μα της, ὁ δὲ οἶστρός μου διεκόπη. Πῶς νὰ φωνάζω προσκαλῶν ἀγοραστὰς ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμοὺς μιᾶς ὡραίας ξανθῆς, ἥτις μὲ παρετήρει; Ἐπροσπάθουν νὰ ἐξακολουθήσω τὸ ἔργον μου, ἀλλ’ ὁ νοῦς μου ἦτον εἰς τὸ παράθυρον καὶ τὰ βλέμματά μου ὑψοῦντο συχνάκις πρὸς αὐτό. Αἴφνης βλέπω τὴν νέαν μειδιῶσαν. Τί μειδιᾷ; Μὲ περιπαίζει μήπως; Μὴ μὲ γνωρίζει καὶ εἶναι χαιρετισμὸς τὸ μειδίαμά της; ᾘσθάνθην ταραχὴν εἰς τὸ στῆθός μου καὶ ἐρύθημα εἰς τὰς παρειάς μου, καὶ μὴ προσέχων εἰς τὴν ἐργασίαν μου ἔδωκα εἰς ἕνα ἀγοραστὴν διπλασίους ἰχθῦς τοῦ δοθέντος μοι ἀντιτίμου. Ἀλλά, ἰδὼν ἀμέσως τὸ λάθος, ἐστράφην νὰ τὸν κράξω. Ἅμα ἐστράφην εἶδον ὄπισθέν μου εἰς τὸ κατώφλιον θύρας ἀνοικτῆς, νέον Τήνιον μὲ τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς ζώνης, τὸν ὦμον ἐπὶ τῆς θύρας καὶ τὴν κεφαλὴν ἐστραμμένην πρὸς τὸ παράθυρον. Τὰ ἐρωτικὰ βλέμματά του ἦσαν δι᾿ ἐμὲ ἀποκάλυψις. Αἱ ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς νέας ἀκτῖνες διήρχοντο ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς μου, ἀλλὰ δὲν ἦσαν δι’ ἐμέ, οὔτε εἶχον ἐπὶ τοῦ μειδιάματος τὸ ἐλάχιστον δικαίωμα. Τὸ μάθημα μὲ ὠφέλησε. Ἀνέλαβον τὴν προτέραν μου ζωηρότητα καὶ ἐξηκολούθησα τὴν πώλησίν μου.
Ἐντὸς δύο ἡμερῶν ἐξεπώλησα τοὺς ἰχθῦς μου ἀπολαύσας εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν ὠφέλειαν. Νέα εἰς Σύρον ἐκδρομή. Ἐπανῆλθον μ᾿ ἐλαιόλαδον, τὸ ὁποῖον ἐπώ-