Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/75

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
69

Ἐστάθημεν καὶ ἡμεῖς τότε. Αἱ γυναῖκες ἐπέζευσαν καὶ ἐκαθήσαμεν εἰς ἑνὸς δένδρου τὴν ρίζαν. Τόσα ἔτη παρῆλθον καὶ τόσα ἐδοκίμασα ἔκτοτε, ἀλλ’ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ λησμονήσω τὴν αἴσθησιν τοῦ καμάτου, ὑπὸ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν κατεβλήθην. Πρὸ εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν ἐπεριπάτουν μὲ κενὸν τὸν στόμαχον. Ἐξηπλώθην καταγῆς πλησίον τῆς μητρός μου καὶ ἔκλεισα τοὺς ὀφθαλμούς, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης δυνάμεως εἰς τὰ μέλη μου, ἄνευ σκέψεως εἰς τὴν κεφαλήν μου. Καὶ ᾐσθάνθην τὴν χεῖρα τῆς μητρὸς ἐπὶ τοῦ μετώπου μου, καὶ ἤνοιξα τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶδον τὴν ἀγαπητὴν κεφαλήν της κεκλιμένην ἄνωθέν μου. Δὲν ἀντηλλάξαμεν λέξιν, ἀλλ’ ἔκυψεν ἡ μήτηρ μου καὶ μ’ ἐφίλησε, καὶ ἔκλεισα πάλιν τοὺς ὀφθαλμούς. Τὰ ἐνθυμοῦμαι ταῦτα πάντα ὡς νὰ συνέβησαν χθές.

Ὁ πατήρ μου εἶχε προχωρήσει εἰς συνάντησιν τῶν πρὸς ἡμᾶς ἐρχομένων. Μετ’ ὀλίγον ἐπέστρεψεν ἀκολουθούμενος ὑπὸ γέροντος, τὸν ὁποῖον δὲν ἀνεγνώρισα. Ἀλλ’ ἡ μήτηρ μου τὸν ἀνεγνώρισε, καὶ ἐγερθεῖσα ἔδραμε πρὸς αὐτόν. Ὁ γέρων ἤνοιξε τὰς ἀγκάλας του καὶ ἔσφιξεν ἐπὶ τοῦ στήθους τὴν μητέρα μου. Ἦτο τοῦ πατρός της ὁ ἀδελφός.

Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδεὶς ἡμῶν εἶχε κλαύσει. Ὁ τρόμος τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου, ἡ ἀδιάκο-