Τὸ φῶς τοῦ ἡλίου εἶχε κρυβῆ, ἀλλὰ δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπέλθει τῆς νυκτὸς τὸ σκότος ὅτε, κλείσαντες τὴν ἀποθήκην, ἐξήλθομεν τοῦ Χανίου.
Ἡ πύλη ἦτον εἰσέτι ἀνοικτή. Δὲν εἴχομεν οὔτε σάκκον, οὔτε δέμα, οὐδ’ ἄλλο τι δυνάμενον νὰ ὑποδείξῃ τοὺς σκοπούς μας. Εἰς τοὺς κόλπους μας μόνον καὶ ἐντὸς τῶν ἐνδυμάτων ἐκρύψαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα ἀσφαλῶς καὶ κρυφίως νὰ φέρωμεν μεθ’ ἡμῶν.
Οὐδεὶς τῶν γειτόνων ἢ συγκατοίκων ἐγνώριζε τὸ μυστικόν μας. Ἀλλὰ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν μοῦ ἐφαίνετο ὡς νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κόσμος ὅλος· μοῦ ἐφαίνοντο αἱ εἰσέτι ἀνοικταὶ θύραι καὶ τὰ ἐπὶ τῆς αὐλῆς παράθυρα, ὡς νὰ εἶχον ὀφθαλμοὺς καὶ ἔβλεπον, διὰ μέσου τῶν φορεμάτων, τὰ βάθη τῶν κόλπων μας καί, βαθύτερον ἔτι, τῶν καρδιῶν μας τὰ διανοήματα.
Παρὰ τὴν πύλην ἵστατο ὁ γέρων φύλαξ μὲ τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν νώτων.
— Πῶς τόσον ἀργὰ ἔξω, μᾶς ἠρώτησε. Διὰ ποῦ;
— Πηγαίνομεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀπεκρίθη ὁ πατήρ μου.
Δὲν ἦτον οὔτε ἡμέρα οὔτε ὥρα ἑσπερινοῦ. Δὲν ἐτόλμησα νὰ εἴπω λέξιν πρὸς τὸν πατέρα μου, ἀλ-