Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/199

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
193

Καὶ ἔφυγε τρέχων ὁ Γιάννης. Μετ’ ὀλίγον ἐπέστρεψε φέρων δύο κοφίνους, ἔθεσεν εἰς ἕκαστον αὐτῶν ἀνὰ ἕνα σάκκον, τοὺς ἐκάλυψεν ἄνωθεν μὲ λάχανα καὶ χόρτα, ἐφορτώθημεν τοὺς κοφίνους εἰς τὴν ράχιν καὶ ἐξεκινήσαμεν.

Ἐχάραζε μόλις, ὅτε φθάσαντες πλησίον τοῦ Νεοχωρίου ἐκαθήσαμεν ἐπὶ φράκτου παρὰ τὸν δρόμον, διὰ νὰ περιμείνωμεν μέχρις οὗ ἐξημερώσῃ. Ἤμην κατάκοπος, ἐπόνουν οἱ ὦμοι καὶ οἱ βραχίονές μου ὑπὸ τὸ ἀσύνηθες τοῦ φορτίου μου βάρος, ἀλλὰ δὲν ἐσκεπτόμην περὶ τοῦ καμάτου. Μία σκέψις κατεκυρίευε τὸν νοῦν μου, μία ἐπιθυμία κατεῖχε τὴν καρδίαν μου, καὶ ἠσθανόμην ὅτι τὰ πάντα χάριν αὐτῆς ἤμην ἱκανὸς ν’ ἀψηφήσω. Ἤθελον νὰ λυτρώσω τὴν ὀρφανήν, ἥτις μ’ ἐπεκαλέσθη.

Ὅταν ὁ ἥλιος ἀνέτειλεν, ἐφορτώθημεν τοὺς κοφίνους ἐκ νέου καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὸν δρόμον μας, εἰσήλθομεν δὲ ἄνευ δυσκολίας εἰς τὸ χωρίον καὶ κατηυθύνθημεν πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ Ζενάκη. Δὲν ἔκρυψεν οὗτος τὴν εὐχαρίστησίν του ὅτε μὲ εἶδεν εἰς τὴν αὐλήν του.

— Καλῶς τον, ἀνέκραξε. Τὰ ἐκαταφέραμεν λοιπὸν χωρὶς νὰ σκαλώσωμεν;

Καὶ ἰδὼν ὄπισθέν μου τὸν Γιάννην μὲ ἠρώτησε τίς εἶναι. Τῷ εἶπον ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός μας.