Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/200

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
194
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

— Μοὶ ἐπρόσφερες τὴν συνδρομήν σου, ἐξηκολούθησα, καὶ ἔρχομαι νὰ τὴν ζητήσω.

— Τί θέλεις; Σὲ εἶδε κανείς; Σὲ κυνηγοῦν Τοῦρκοι;

— Ὄχι, ἀλλὰ κατοικοῦν τὸν Πύργον μας Τοῦρκοι, καὶ εἶναι σκλάβα ἐκεῖ Χριστιανή, τῆς ὁποίας ὁ πατὴρ ἦτο πατρικός μου φίλος. Ἡ κόρη με εἶδε, μ’ ἀνεγνώρισε, μ’ ἐπεκαλέσθη καὶ πρέπει νὰ τὴν σώσωμεν.

— Πῶς θὰ τὴν σώσωμεν; Μὴ σοῦ ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν νὰ τὴν κλέψωμεν;

— Νὰ τὴν ἐξαγοράσωμεν, ἀπεκρίθην.

— Καὶ ποῦ τὰ χρήματα; Οἱ Τοῦρκοι πωλοῦν ἀκριβὰ τὸ ἀνθρώπινον κρέας, ὅταν μάλιστα εἶναι τρυφερόν.

— Δὲν ἔχω χρήματα, ἀλλ’ ἔχω τοὺς σάκκους αὐτούς, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μ’ ἐβοήθησε νὰ εὕρω.

— Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν εἶναι ἰδικά σου μόνον· ἀνήκουν καὶ εἰς τὴν μητέρα καὶ εἰς τὰς ἀδελφάς σου. Δὲν τὰ ἔκρυψεν ὁ πατήρ σου διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῇς σὺ ὅπως θέλεις.

— Τὸ ἐσκέφθην πολὺ πρὶν τὸ ἀποφασίσω, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν δυσαρεστῶ τοῦ πατρός μου τὴν ψυχὴν μεταχειριζόμενος οὕτω τὴν κληρονομίαν του, καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν μητέρα μου εὐχὰς μόνον καὶ εὐλογίας θ’ ἀκούσω, ὄχι παράπονα. Ὡς πρὸς τὰς ἀδελ-