Μετάβαση στο περιεχόμενο

khloro

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
khloro < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χλωρός

Επίθετο

[επεξεργασία]

khloro (khlorò)