interspécifique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- interspécifique < inter- + spécifique
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| interspécifique | interspécifiques |
interspécifique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- σχετικός με (δύο ή περισσότερα) διαφορετικά είδη και τις μεταξύ τους σχέσεις
- υβριδικό ζώο ή φυτό, υβριδικός