Μετάβαση στο περιεχόμενο

μετάπλασις

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
λόγια μεσαιωνική ελληνική με αρχαία κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μετάπλασις αἱ μεταπλάσεις
      γενική τῆς μεταπλάσεως τῶν μεταπλάσεων
      δοτική τῇ μεταπλάσει ταῖς μεταπλάσεσι(ν)
    αιτιατική τὴν μετάπλασιν τὰς μεταπλάσεις
     κλητική ! μετάπλασι μεταπλάσεις
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετάπλασις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετάπλασις. Μορφολογικά αναλύεται σε μετά- + πλάσις.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /meˈta.pla.sis/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μετάπλασις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετάπλασις, -εως θηλυκό (λόγια μεσαιωνική)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική μετάπλασῐς αἱ μεταπλάσεις
      γενική τῆς μεταπλάσεως τῶν μεταπλάσεων
      δοτική τῇ μεταπλάσει ταῖς μεταπλάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν μετάπλασῐν τὰς μεταπλάσεις
     κλητική ! μετάπλασῐ μεταπλάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  μεταπλάσει
γεν-δοτ τοῖν  μεταπλασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετάπλασις < μεταπλάσσω. Μορφολογικά αναλύεται σε μετά- + πλάσις.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /meˈta.pla.sis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μετάπλασις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετάπλασις, -εως θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

μετάπλασις (ελληνιστική κοινή)

μεσαιωνικά ελληνικά: μετάπλασις
καθαρεύουσα: μετάπλασις