μετάπλασις
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετάπλασις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μετάπλασις. Μορφολογικά αναλύεται σε μετά- + πλάσις.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /meˈta.pla.sis/ (10ος μ.Χ. αιώνας Βυζαντινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τά‐πλα‐σις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μετάπλασις, -εως θηλυκό (λόγια μεσαιωνική)
- (σπάνιο, γραμματική) συνώνυμο του μεταπλασμός
- ※ 1115–1195/6 κε ⌘ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα
- γίνεται δὲ ὁ τοιοῦτος μεταπλασμὸς καὶ ἐν ὀνόμασιν, οἷον τῇ ὑσμίνῃ καὶ τῇ Δωδώνῃ, κοινῶς μὲν διὰ τοῦ η τὸ τελικόν, ποιητικῶς δὲ διὰ τοῦ ι κατὰ μετάπλασιν.
- Σημείωσαι δὲ ὅτι οὐχ' ὥσπερ ἐν τῷ λίτῳ λιτί, καὶ κλάδῳ κλαδί, καὶ ἐρυσάρματοι ἐρυσάρματες καὶ τοῖς ὁμοίοις, τὸ κατάρχον μὲν σύμφωνον τῆς ληγούσης μένει, ὁ δὲ ἐφεξῆς μεταπλασμὸς τὴν τῆς ἀπαθοῦς λέξεως ἰσοσυλλαβίαν τηρεῖ, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν προκειμένων γέγονεν, ἀλλὰ δισυλλαβίαν ἀπετέλεσεν ἡ τῶν εἰρημένων ποιητικῶν δοτικῶν μετάπλασις ἀναγκαίως πρὸς ἀναλογίας ἔμφασιν.
- ※ 1115–1195/6 κε ⌘ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα
Πηγές
[επεξεργασία]- μετάπλασις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | μετάπλασῐς | αἱ | μεταπλάσεις |
| γενική | τῆς | μεταπλάσεως | τῶν | μεταπλάσεων |
| δοτική | τῇ | μεταπλάσει | ταῖς | μεταπλάσεσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | μετάπλασῐν | τὰς | μεταπλάσεις |
| κλητική ὦ! | μετάπλασῐ | μεταπλάσεις | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | μεταπλάσει | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | μεταπλασέοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετάπλασις < μεταπλάσσω. Μορφολογικά αναλύεται σε μετά- + πλάσις.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /meˈta.pla.sis/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐τά‐πλα‐σις
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μετάπλασις, -εως θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- μετάπλαση, εκ νέου δημιουργία, αναδιάρθρωση
- ※ 329-389 κε ⌘ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος δ΄. Στηλιτευτικὸς πρῶτος κατὰ Ἰουλιανοῦ Βασιλέως, 113
- Οὐδὲν δὲ οἷον καὶ τὴν θαυμασίαν αὐτῶν ταύτην ἀνάπλασιν ἢ μετάπλασιν ὡς ἐπὶ σκηνῆς θεωρῆσαι καὶ καταμαθεῖν, τίς μὲν ἂν ἦν ὁ τῆς διδασκαλίας τρόπος αὐτοῖς, τί δὲ τὸ πέρας τῶν συνελεύσεων· ἵν᾿, ὅ φησι Πλάτων περὶ τῆς ἐν λόγῳ πόλεως, ἴδωμεν κινουμένην αὐτῶν τὴν ἐπίνοιαν.
- ※ 329-389 κε ⌘ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος δ΄. Στηλιτευτικὸς πρῶτος κατὰ Ἰουλιανοῦ Βασιλέως, 113
Απόγονοι
[επεξεργασία]μετάπλασις (ελληνιστική κοινή)
Πηγές
[επεξεργασία]- μετάπλασις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετά- (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λόγια μεσαιωνική (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Γραμματική (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δύναμις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμις' θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετά- (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)