κορούδα
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κορούδα θηλυκό
- κορίτσι, νεαρή γυναίκα
- ※ Γέννησεν και η αδερφή μου η Ρεβέκα και μας έκαμεν δίδυμα μιάν κορούδαν και έναν αγοράκιν
- Τα γράμματα, Μια ιστορική αναδρομή του Χριστόδουλου N. Πενταρά, 13-4-1956 @tagrammata(νεκρός σύνδεσμος)
- ※ Ήμουν κορούδα πέντε-έξι χρονών περίπου, όταν ήλθε ο πατέρας μου από τον πόλεμο @europeana.eu
- ※ Γέννησεν και η αδερφή μου η Ρεβέκα και μας έκαμεν δίδυμα μιάν κορούδαν και έναν αγοράκιν