Μετάβαση στο περιεχόμενο

θαλλός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θαλλός < αρχαία ελληνική θαλλός < θάλλω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θαλλός αρσενικό

  1. νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι
  2. νηματώδης δομή των μανιταριών που εξασφαλίζει τη θρέψη από τα θρεπτικά συστατικά που παρέχει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναπτύσσονται
     συνώνυμα: μυκήλιο
  3. κλάδος ελιάς που έφεραν οι ικέτες στους νούς της αρχαίας Ελλάδας, αλλά και στεφάνι ελιάς

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θαλλός οἱ θαλλοί
      γενική τοῦ θαλλοῦ τῶν θαλλῶν
      δοτική τῷ θαλλ τοῖς θαλλοῖς
    αιτιατική τὸν θαλλόν τοὺς θαλλούς
     κλητική ! θαλλέ θαλλοί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θαλλώ
γεν-δοτ τοῖν  θαλλοῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θαλλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰelh₁-. Ομόρριζο του θάλλω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

θαλλός αρσενικό

  1. (βοτανική) νεαρό βλαστάρι
     συνώνυμα: ἔρνος, ὄρπηξ, πτόρθος, τέρχνος
  2. (στον πληθυντικό) φύλλα φοινικιάς
  3. το στεφάνι από ελιά που φορούσαν στις γιορτές

Παράγωγα

[επεξεργασία]