θαλλός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θαλλός < αρχαία ελληνική θαλλός < θάλλω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαλλός αρσενικό
- νέο, τρυφερό (άρα πράσινο) κλαδάκι, βλαστάρι
- νηματώδης δομή των μανιταριών που εξασφαλίζει τη θρέψη από τα θρεπτικά συστατικά που παρέχει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο αναπτύσσονται
- κλάδος ελιάς που έφεραν οι ικέτες στους νούς της αρχαίας Ελλάδας, αλλά και στεφάνι ελιάς
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | θαλλός | οἱ | θαλλοί |
| γενική | τοῦ | θαλλοῦ | τῶν | θαλλῶν |
| δοτική | τῷ | θαλλῷ | τοῖς | θαλλοῖς |
| αιτιατική | τὸν | θαλλόν | τοὺς | θαλλούς |
| κλητική ὦ! | θαλλέ | θαλλοί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | θαλλώ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | θαλλοῖν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θαλλός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰelh₁-. Ομόρριζο του θάλλω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]θαλλός αρσενικό
- (βοτανική) νεαρό βλαστάρι
- (στον πληθυντικό) φύλλα φοινικιάς
- το στεφάνι από ελιά που φορούσαν στις γιορτές
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- θαλλός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Βοτανική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)