Μετάβαση στο περιεχόμενο

επί θύραις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επί θύραις < καθαρεύουσα ἐπὶ θύραις < αρχαία ελληνική ἐπὶ θύραις  δείτε επί & θύραις, (δοτική) πληθυντικού του θύρα

Έκφραση

[επεξεργασία]

επί θύραις

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]