δελφύς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| δελφῠ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | δελφύς | οἱ | δελφύες | |
| γενική | τοῦ | δελφύος | τῶν | δελφύων | |
| δοτική | τῷ | δελφύῐ̈ | τοῖς | δελφύσῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν | δελφύν | τοὺς | δελφῦς | |
| κλητική ὦ! | δελφύ | δελφύες | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δελφύε | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | δελφύοιν | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἰχθύς' όπως «ἰχθύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δελφύς < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷerbʰ-. Συγγενή: σανσκριτική गर्भ (garbha), παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική жрѣбѧ (žrěbę, πώλος)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /del.pʰýs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δελ‐φύς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δελφύς, -ύος θηλυκό
- (ανατομία) η μήτρα
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Γ, 1, 21
- Καλεῖται δὲ τούτων τὸ μὲν ὑστέρα καὶ δελφύς (ὅθεν καὶ ἀδελφοὺς προσαγορεύουσι), μήτρα δ' ὁ καυλὸς καὶ τὸ στόμα τῆς ὑστέρας.
- → λείπει η μετάφραση
- Καλεῖται δὲ τούτων τὸ μὲν ὑστέρα καὶ δελφύς (ὅθεν καὶ ἀδελφοὺς προσαγορεύουσι), μήτρα δ' ὁ καυλὸς καὶ τὸ στόμα τῆς ὑστέρας.
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
- [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.
- Το <α> με ψιλή δηλώνει το μαζί, όπως το αδελ- φός. Διότι ομομήτριο εννοούμε. Η δε δελφύς είναι η μήτρα.
- [παράφραση] Τὸ <α> ψιλούμενον δηλοῖ τὸ ὁμοῦ, ὡς τὸ ἀδελ- φός. ὁμόδελφον γὰρ σημαίνομεν. δελφὺς δέ ἐστι ἡ μήτρα.
- ≈ συνώνυμα: μήτρα, ὑστέρα
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, Γ, 1, 21
Πηγές
[επεξεργασία]- δελφύς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- δελφύς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἰχθύς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἰχθύς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἰχθύς' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἰχθύς' οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες μεταφράσεις (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)