γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική wer zuletzt lacht, lacht am besten[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʝeˈla.i kaˈli.te.ɾa ˈo.pços ʝeˈla.i te.leˈfte.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γε‐λά‐ει κα‐λύ‐τε‐ρα ό‐ποιος γε‐λά‐ει τε‐λευ‐ταί‐ος
Παροιμία
[επεξεργασία]γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
- ως προειδοποίηση σε άτομο που χαίρεται πρόωρα πως στο τέλος θα δείξει ποιός πραγματικά πλεονεκτεί, ποιός θα πρέπει να γελάσει ή να είναι ευχαριστημένος ή κερδισμένος
- ※ 1987 Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ωχ! αδερφέ
- ήταν σκληρός, ήταν πικρός ο χωρισμός της,
πέρασα βάσανα μεγάλα και πολλά,
μα της το είπα να το γράψει στο μυαλό της
ο τελευταίος θα γελάσει πιο καλά
- ήταν σκληρός, ήταν πικρός ο χωρισμός της,
- ※ 1987 Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ωχ! αδερφέ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γελώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Παροιμίες (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα στίχους τραγουδιών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)