Μετάβαση στο περιεχόμενο

βουλγαροαναθρεμμένος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βουλγαροαναθρεμμένος < Βούλγαρος + ἀναθρεμμένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

βουλγαροαναθρεμμένος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]