βίβερε περικολοζαμέντε
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βίβερε περικολοζαμέντε < ιταλική vivere pericolosamente
Φράση
[επεξεργασία]βίβερε περικολοζαμέντε
- (προφορικό, λόγιο) τρόπος ζωής που αποδέχεται το ρίσκο ως αναπόσπαστο στοιχείο, ζωή με αβεβαιότητες, συχνά με ένταση, όπου το αναμενόμενο και το απρόβλεπτο συνυπάρχουν
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Vivere pericoloso στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βίβερε περικολοζαμέντε
Πηγές
[επεξεργασία]- βίβερε - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)