αντικρατιστής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αντικρατιστής ουδέτερο
- (πολιτική, οικονομία) πρόσωπο που απορρίπτει τη νομιμότητα ή την αναγκαιότητα του κράτους ως θεσμού, υποστηρίζοντας την περιορισμένη ή ανύπαρκτη κρατική εξουσία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αντικρατισμός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αντικρατιστής