αγαλβάνιστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.ɣalˈva.ni.stos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐γαλ‐βά‐νι‐στος
Επίθετο
[επεξεργασία]αγαλβάνιστος, -η, -ο
- που δεν έχει ή δεν μπορεί να γαλβανιστεί
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αγαλβάνιστος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αγαλβάνιστος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αγαλβάνιστος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας