Δεσκάτη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Δεσκάτη | ||
| γενική | της | Δεσκάτης | ||
| αιτιατική | τη | Δεσκάτη | ||
| κλητική | Δεσκάτη | |||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Δεσκάτη < μεσαιωνική ελληνική Τεσηκάτη < αρωμουνική discattă (χωρισμένη στα δύο) < αρωμουνική dissicu < λατινική disseco (χωρίζω στα δύο), επειδή η κωμόπολη είναι κτισμένη σε δύο λόφους που διασχίζονται από φαράγγια[1]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Δεσκάτη
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Δεσκάτη στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Δεσκάτη
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης Γεώργιος, (2022). Λεξικό κυρίων ονομάτων (Α΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας Ι.Κ.Ε.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα αρωμουνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Κωμοπόλεις της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Κωμοπόλεις (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Ελλάδας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)