Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δαρεῖται

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Δαρεῖται
      γενική τῶν Δαρειτῶν
      δοτική τοῖς Δαρεῖταις
    αιτιατική τοὺς Δαρεῖτᾱς
     κλητική ! Δαρεῖται
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δαρεῖται < μάλλον ινδοϊρανικής προέλευσης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δαρεῖται αρσενικό πληθυντικός