Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/93

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


ΟΙ ΩΡΕΣ

Μια, μιὰ προβαίνουν οἱ ξανθὲς τοῦ ξανθοῦ Ἥλιου κόρες,
οἱ Ὥρες…

Μύρια διαμάντια λάμπουνε τῆς πρωϊνῆς τῆς πάχνης
στὸ κρεμαστό, μεσόκλωνα, πλεμμάτι τῆς ἀράχνης,
κι ὅπου δροσιὲς αὐγερινὲς καὶ φουντωμένοι ἀπόσκιοι
μαζὶ μὲ μύρια ὀνείρατα καὶ ἡ ψυχή μου βόσκει.

Μιὰ προβαίνουν οἱ ξανθὲς τοῦ ξανθοῦ Ἥλιου κόρες,
οἱ Ὥρες…

Μὰ τώρα πίσω ἀπ’ τὸ σγουρό νὰ ξεπετάῃ τὸν τίλλιο
βλέπω, σὰν κόκκινο πουλί, τῆς ἄνοιξης τὸν ἥλιο,
ποῦ μέσ’ ἀπ’ τὰ κλαδόφυλλα τὸ πρῶτο φῶς του ρίχτει
καὶ μὲ τὸν ἥσκιο στὴ βαθειὰ τὴ χλόη πλέκει δίχτυ.

Μιὰ προβαίνουν οἱ ξανθὲς τοῦ ξανθοῦ Ἥλιου κόρες,
οἱ Ὥρες…

Μ’ ἄλλες ψυχὲς μυριόχρωμες στὰ λούλουδα τριγύρω
ποῦ τὴ σταχτὴ μοσχοβολιὰ ρουφοῦνε καὶ τὸ μύρο

92