Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919).pdf/75

Από Βικιθήκη
Η σελίδα αυτή έχει ελεγχθεί για πιθανά λάθη.


Κατάνακρ’ ἀπὸ τὸ γκρεμνὸ
στὰ πέριορα τοῦ ἀβύσσου,
ἄκου, ὁ ἐχθρὸς κράζει τοῦ ἐχθροῦ:
Στάσου νἀρθῶ μαζί σου!
—Τράβα κι ὅπου πᾷς θὲ ναὔρω
τοῦ ποδιοῦ σου χνάρι μαῦρο.

Στὸ ναὶ καὶ στ’ ὄχι στέκεται
ἡ δίβουλή τους γνώμη,
δεξὰ νὰ πάρουν ἢ ζερβὰ
τὸ διπλοσταυροδρόμι·
σταματοῦν καὶ μὲ καινούργια
ξαναπαίρνουν δρόμο φούρια…

Δὲν εἶναι πιὰ ξημέρωμα
δὲν εἶναι βράδυ ἀκόμα,
μὰ ὅπου καὶ νἆναι φτάνουνε
μὲ τὴ ψυχὴ στὸ στόμα·
φέρνουν, ξέρεις, ὅλοι οἱ δρόμοι
στὴν ἑφτάλοφη τὴ Ρώμη.

74