καὶ μιὰ χάρη ταπεινὰ θὰ σοῦ ζητήσῃ·
σὰ σὲ προβοδήσουνε σὲ μᾶς οἱ σκλάβοι,
ἕνα βέλο νὰ μοῦ φέρῃς ὡς τὰ πόδια
γιὰ νὰ σκεπαστῶ μπρὸς ἀπ’ τοῦ Ἄσὰν τὸ σπίτι
καὶ νὰ μὴν τὰ δῶ τὰ μαῦρα τὰ ὀρφανά μου.»
Πήρεν ὁ κατῆς δὲν πῆρε αὐτὸ τὸ γράμμα
καὶ τοὺς σκλάβους του ὅλους εὐθὺς μαζεύει
καὶ ξεκίνησε τὸ δρόμο γιὰ τῆς νύφης,
φέρνοντας μαζὶ τὸ βέλο ποῦ ζητοῦσε.
Φτάνει μὲ χαρὲς στὸ σπίτι τῆς ἀρχόντως,
μὲ χαρές μαζί της ξεκινάει ἀπ’ τὸ σπίτι.
Μὰ ὅταν σίμωσαν στοῦ Ἀσάνη τὸ παλάτι,
εἶδαν τὰ παιδιὰ τὴ μάννα τους ’πὸ πάνω
καὶ τῆς κράζουνε· «Ἔλα στὸ σπίτι πίσω,
ἔλα τὸ βραδὺ νὰ φᾶς ψωμὶ μαζί μας!»
Θλιβερὰ γρικᾷ τὰ λόγια τους ἡ μάννα
κ’ ἔτσι γύρισε καὶ λέει τοῦ ἄρχοντά της:
«Ἄφις νὰ σταθοῦν ἡ συνοδειὰ καὶ τἄτια
λίγο νὰ σταθοῦν στὴν πόρτα τῶν παιδιῶ μου
καὶ χαρίσματα νὰ κάμω στὰ μικρά μου.»
Κ’ ἔτσι σταματοῦν στὴν πόρτα τῶν παιδιῶ της
καὶ χαρίσματα χαρίζει στὰ φτωχά της·