— Θέλεις νὰ μᾶς καταδώσῃς; ἔλεγε.
Καὶ ἔκρυπτεν ἡ Ἀνδριάνα τὴν κεφαλήν, καὶ δὲν ἠκούετο ὁ θρῆνός της. Ἐπλησίαζεν ἡ μήτηρ μου νὰ τὴν παρηγορήσῃ.
— Μὴ μ’ ἐγγίζης καὶ λερόνεσαι!
Δυστυχὴς νέα! Ἡ μαύρη ἀπελπισία της ἐντὸς τοῦ σκοτεινοῦ καὶ δυσώδους ἐκείνου καταφυγίου ἦτον ἡ φοβερωτέρα ἔνδειξις τῆς τύχης, ἡ ὁποία ἐπερίμενε τὰς λοιπὰς ἐκεῖ γυναῖκας, ἐὰν οἱ Τοῦρκοι μᾶς ἀνεκάλυπτον.
Τὴν τελευταίαν νύκτα ἐξημερώθημεν μὲ τὸν φόβον, ὅτι δὲν θὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὰς χεῖράς των. Ἡ θύρα μόνη τοῦ σταύλου μᾶς ἐχώριζεν ἀπ’ αὐτῶν. Τὴν αὐγὴν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν αὐλὴν ἡ σιωπή, ἀλλ’ ἐξηκολούθει ἐντὸς τοῦ χωρίου ὁ θόρυβος. Πόσον βραδέως αἱ ὧραι παρήρχοντο! Θὰ ἐπανέλθωσιν οἱ Τοῦρκοι πλησίον μας; Θὰ τοὺς ἔχωμεν καὶ τὴν νύκτα πάλιν; ᾘσθανόμεθα πάντες ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀνθέξωμεν πλειότερον.
Πρὸς τὸ ἑσπέρας τοὺς ἠκούσαμεν εἰς τὴν αὐλήν, ἑτοιμαζομένους πρὸς ἀναχώρησιν, καὶ ἐκρατοῦμεν τὴν ἀναπνοήν μας περιμένοντες τὴν ἐλπιζομένην ἀπομάκρυνσίν των.
Ἐκεῖ, ἀκούομεν αἴφνης πλησίον τῆς θύρας βροντώδη Τούρκου φωνήν·