Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/52

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
46
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

τρίδα καὶ εἶδον κατεστραμμένην τὴν Χίον καὶ ἠρειπωμένην τὴν οἰκίαν μας. Ἀλλ’ ὁ πατήρ μου ἀπέθανε πλάνης καὶ φερέοικος, οὐδ’ εἶχε πρὶν ἀποθάνῃ τὴν παρηγορίαν νὰ ἴδῃ κἂν τὰ τέκνα του ἀνακτῶντα ἐπὶ ξένης γῆς τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν εὐημερίαν. Ἀπέθανεν ἐνόσῳ διήρκει ἔτι ἡ θλίψις τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἐξορίας ἡ κακοπάθεια. Ἀλλὰ τότε φεύγοντες δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, ὅτι παραιτοῦμεν τὴν ἑστίαν μας διὰ παντὸς καὶ ὅτι θὰ διέλθωμεν ὅσα διήλθομεν.

Καθ’ ὅσον ἀπεμακρυνόμεθα τῆς πόλεως συνηντώμεθα μετὰ τῶν χωρικῶν, οἵτινες ἀθρόοι κατέβαινον πρὸς αὐτήν. Ἦσαν ἄοπλοι, ἀλλ’ ὑπήγαινον ἐπὶ σκοπῷ νὰ παραλάβωσιν ἐκ τοῦ στόλου ὅπλα. Ἐγνώριζον ἐκεῖνοι ὅσα ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζομεν. Ὁ Λογοθέτης καὶ ὁ Μπουρνιᾶς ἐπὶ κεφαλῆς τρισχιλίων Σαμίων ἦσαν ἐντὸς τῶν πλοίων καὶ ἤρχοντο νὰ ἐλευθερώσωσι τὴν Χίον. Δυστυχῶς δὲν μᾶς ἔφερον τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ τὴν καταστροφήν. Ἐν τούτοις τὴν ἑπομένην πρωΐαν ἀπεβιβάσθησαν καὶ ἐκυρίευσαν ἀμαχητὶ τὴν πόλιν, ἐλπίζοντες ὅτι οἱ ἐν τῷ φρουρίῳ κλεισθέντες Τοῦρκοι δὲν θὰ βραδύνωσιν ἐξ ἀνάγκης νὰ παραδοθῶσιν.

Ἐνῷ ταῦτα συνέβαινον, ἡμεῖς ἐμένομεν ἥσυχοι εἰς τὴν ἐξοχήν. Ὁ κρότος μόνον τῶν πυροβόλων ἐ-