Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/41

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
35

Πρώτην τότε φορὰν ἐπεφάνη εἰς ἐμὲ συσσωματωμένη ἡ ἰδέα τῆς Ἐπαναστάσεως, ἡ αἴσθησις τῆς Ἐθνεγερσίας. Αἱ λευκαὶ ἐκεῖναι περιστεραὶ ἦσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου τὰ πλοῖα. Ἐπ’ αὐτῶν ἐκυμάτιζε τοῦ Σταυροῦ ἡ σημαία. Καὶ διέτρεχον τὰ πλοῖα ἐκεῖνα τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας ἐλεύθερα, καὶ ἦσαν ἐπ’ αὐτῶν ἄνδρες γενναῖοι καὶ ἄφοβοι, καὶ ἐπεδείκνυον ἀπὸ παραλίαν εἰς παραλίαν τὴν σημαίαν των, ἐμψυχοῦντες τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ἀψηφοῦντες τοὺς Τούρκους, καὶ ἐπὶ τῆς σημαίας ἐκείνης ἦσαν ἐγκεχαραγμέναι αἱ λέξεις «Ἐλευθερία ἢ θάνατος!»

Ὅτε εἶδον τοὺς δύο γέροντας τοσοῦτον συγκεκινημένους ἠσθάνθην ἐν ἐμαυτῷ αἴσθημα ἀπερίγραπτον, ἀπερίγραπτον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἦτον ἀόριστον καὶ συγκεχυμένον. Ἠσθάνθην ὡς νὰ ἐγίνετο πλατύτερον τὸ στῆθος καὶ ὑψηλότερον τὸ σῶμά μου. Ἀλλ’ ἦτο στιγμιαῖον καὶ παροδικὸν τὸ αἴσθημα. Ἴσως δέ, ἴσως γράφων τώρα, περιγράφω μᾶλλον τί ἠδυνάμην νὰ συναισθανθῶ τότε, ἢ ὅ,τι πραγματικῶς καὶ ἀκριβῶς συνῃσθάνθην.

Μετ’ ὀλίγας ὥρας ἀπεβιβαζόμεθα εἰς Χίον.

Ἐπερίμενον νὰ ἴδω κατὰ τὸ σύνηθες τὴν παραλίαν πλήθουσαν, καὶ γνωρίμους καὶ φίλους ἐπὶ τῆς προκυμαίας, καὶ ν’ ἀκούσω τὰ εὔθυμα Καλῶς ὡρίσατε καὶ τοὺς χαριεντισμούς, οἵτινες ἄλλοτε,