πόθεν καὶ τί θέλω; Ἐπανελάμβανον δὲ τὰς ἀποκρίσεις τῆς πρωΐας. Πρὸς ἐπικύρωσιν τῶν λόγων μου ἠθέλησα νὰ ἐπικαλεσθῶ τοῦ Μουλᾶ τὴν μαρτυρίαν.
— Ἀγᾶ μου, δὲν μὲ εἶδες…
Ὁ Μουλᾶς ἔστρεψεν ἀπ’ ἐμοῦ τὸ πρόσωπον, καὶ ἐνόησα ὅτι δὲν θέλει νὰ μὲ δώκῃ γνωριμίαν. Ἠθέλησα ν’ ἀλλάξω ὁμιλίαν, ἀλλὰ περιεπλέχθην, ἡ δὲ σύγχυσίς μου ἐπεσφράγισε τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν περὶ ἐμοῦ συνέλαβε τῆς νέας χωρικῆς ὁ προστάτης, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δὲν ἐξετέλεσα ὡς ἔπρεπε τὸ περὶ τοῦ ἄνθους πρόσταγμά του.
— Φίλοι μου, εἶπε τουρκιστὶ πρὸς τοὺς συνδαιτυμόνας του. Δὲν εἶναι διὰ κατάσκοπος τὸ ἀνθρωπάριον τοῦτο. Δὲν τὰ ἔχει σωστά. Εἶναι κουτὸς ὁ δυστυχής!
Καὶ ἐξηκολούθησε ταπεινοτέρᾳ τῇ φωνῇ μεταξύ των ὁ περὶ ἐμοῦ λόγος, ἀλλὰ δὲν ἤκουον τί ἔλεγον ὁ Ἀράπης μ’ ἔσυρεν ἔξω τῆς σκιάδος καὶ μὲ ὡδήγησε πάλιν εἰς τὴν φυλακήν.
Δὲν ἦτον ἐκ τῶν καλλιτέρων νυκτῶν μου ἐκείνη, οὔτε ἡ ἑπομένη, ἀναγνῶστά μου.
Τὴν ἐπιοῦσαν ἀπήχθησαν τῆς φυλακῆς οἱ δύο χωρικοὶ καὶ δὲν ἐπέστρεψαν, ἔμενον δ’ ἐντὸς αὐτῆς μόνος καὶ ἔρημος, μετρῶν τὰς ὥρας καὶ ἐλεεινολογῶν τὴν τύχην μου, καὶ συλλογιζόμενος τί ἆρα ν’ ἀπέγεινεν ὁ Παντελῆς καὶ ὁ ὄνος του.