ρίαν ἐρχόμενος, ὅτι θὰ πωλήσω τὴν πραγματείαν μου καὶ θ’ ἀναχωρήσω χωρὶς νὰ βλάψω κανένα, ὅτι οἱ Τοῦρκοι δὲν θὰ μὲ λάβωσιν εἰς σημείωσιν, καὶ ἄλλα πολλὰ ἀλλεπαλλήλως ἐκσφενδονιζόμενα ἀπὸ τῆς εὐστρόφου γλώσσης του. Οἱ δημογέροντες τὸν ἤκουον κινοῦντες τὴν κεφαλὴν ὡς μὴ πειθόμενοι, οὐδ’ ἀπεκρίθησαν ἀφοῦ ἔπαυσε λαλῶν, ἀλλ’ ἀνεχώρησαν ἐν σιωπῇ μὲ τὸ πρόσωπον σκυθρωπὸν καὶ ἀνήσυχον τὸ βλέμμα.
Τοσοῦτος μὲ κατέλαβε φόβος ὅτι θὰ μὲ παραδώσωσιν εἰς τοὺς Τούρκους, ὥστε συνέλαβον σχεδὸν τὴν ἀπόφασιν ν’ ἀφήσω ἐκεῖ τὰ βαρέλιά μου καί, παραιτούμενος τοῦ σκοποῦ ὅστις μ’ ἔφερεν εἰς Χίον, νὰ καταβῶ διὰ νυκτὸς εἰς τὸν ὅρμον, ὅπου ἤλπιζον νὰ εὕρω τὸ τρεχαντήριον καὶ νὰ φύγω. Ἀλλ’ ὁ Παντελῆς μὲ καθησύχασε.
Θὰ τὰ διορθώσωμεν, ἔλεγε. Κοιμήσου ἀπόψε καὶ αὔριον βλέπομεν.
Τὸν ἠρώτησα ἐὰν νομίζῃ καλὸν νὰ προσφέρω ἀνὰ μίαν γλῶσσαν χαβιαρίου εἰς τοὺς δημογέροντας.
— Χάρισμα; ἠρώτησε μετὰ θάμβους ὁ Παντελῆς.
— Χάρισμα, ἀπεκρίθην.
— Τότε μὴ φοβᾶσαι, Λουτσῆ. Ἰδικούς σου τοὺς ἔχεις.
Καὶ μοὶ ἐξέθεσε διὰ μακρῶν τὰ πολιτικὰ τοῦ χω-