Μετάβαση στο περιεχόμενο

Λεύκιος Κάσσιος Λογγίνος Ραβίλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Λεύκιος Κάσσιος Λογγίνος Ραβίλα
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
L. Cassius Longinus Ravilla (Λατινικά)
Γέννηση170 π.Χ. (περίπου και πιθανώς)[1]
Αρχαία Ρώμη
Θάνατος1ος αιώνας π.Χ. (πιθανώς)
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΛατινικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
στρατιωτικός
Οικογένεια
ΤέκναΛεύκιος Κάσσιος Λογγίνος (ύπατος το 107 π.Χ.)[2][3]
Γάιος Κάσσιος Λογγίνος (ύπατος το 96 π.Χ.)[2][4]
ΓονείςQuintus Cassius Longinus[2][5] και Γάιος Κάσσιος Λογγίνος (ύπατος το 171 π.Χ.)[2][6]
ΟικογένειαΚάσσιοι Λογγίνοι
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΚήνσορας
τριβούνος των πληβείων (137 π.Χ.)
Ρωμαίος συγκλητικός (άγνωστη τιμή)[7]
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη (127 π.Χ.)[7]

Ο Λεύκιος Κάσσιος Λογγίνος Ραβίλα, λατινικά: Lucius Cassius Longinus Ravilla ήταν Ρωμαίος πολιτικός. Υπηρέτησε ως ύπατος το 127 π.Χ. και τιμητής στο επόμενο lustrum το 125 π.Χ. [8]

Το πρώτο του καταγεγραμμένο αξίωμα ήταν αυτό της τριβούνου των πληβείων το 137 π.Χ. [8] Ως τριβούνος των πληβείων, πρότεινε με επιτυχία στη Συνέλευση των πληβείων (Concilium plebis) έναν νόμο, για την καθιέρωση μυστικής ψηφοφορίας για όλες τις δίκες ενώπιον των Συνελεύσεων, εκτός από αυτές που σχετίζονται με την προδοσία (perduellio). Το νομοσχέδιο υποστηρίχθηκε από τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, αλλά τού αντιτάχθηκε ο τότε ύπατος Mάρος Αιμίλιος Λέπιδος Πορκίνας και ο συνάδελφός του στην τριβουνία Mάρκος Άντιος Βρίσων. [9] [10] [11]

Υπηρέτησε ως πραίτωρ λίγο πριν το 130 π.Χ., [8] και εξελέγη στην υπατεία για το 127 π.Χ. με τον Λεύκιο Κορνήλιο Κίννα. [12] Μετά την υπατεία του, εξελέγη τιμητής (censor) για το 125 π.Χ. με τον Γναίο Σερουίλιο Καιπίωνα. Κατά τη διάρκεια της τιμητείας τους, κατασκεύασαν το Υδραγωγείο Τεπούλα (Aqua Tepula) και ονόμασαν τον Πόπλιο Κορνήλιο Λέντουλο ως πρώτο της Συγκλήτου (princeps senatus). [13]

Ήταν γνωστός για τη σοβαρότητά του ως δικαστή (iudex), και κέρδισε φήμη για τη διατύπωση της ερώτησης Ποιός οφελείται; (Cui bono?) ως αρχή της ποινικής έρευνας. [11] Το 113 π.Χ. διορίστηκε ειδικός εισαγγελέας στην υπόθεση τριών Εστιάδων Παρθένων που κατηγορήθηκαν για μη αγνότητα, βάσει νόμου που ψηφίστηκε από έναν από τους τριβούνους εκείνο το έτος. [14] Καταδίκασε και σκότωσε δύο από αυτούς –που είχαν αθωωθεί από τον μέγιστο αρχιερέα, Λεύκιο Καικίλιο Μέτελλο Δελματικό– καθώς και τους εμπλεκόμενους άνδρες. Κάνοντας αυτό, ωστόσο, του προκάλεσε κάποια υποψία πολιτικής προκατάληψης. [14]

  1. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1583. Ανακτήθηκε στις 29  Ιουνίου 2021.
  2. 1 2 3 4 «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1583. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  3. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1715. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  4. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1801. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  5. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1439. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  6. «Digital Prosopography of the Roman Republic» (Αγγλικά) 1304. Ανακτήθηκε στις 10  Ιουνίου 2021.
  7. 1 2 Thomas Robert Shannon Broughton: «The Magistrates of the Roman Republic» (Αγγλικά) Αμερικανική Φιλολογική Εταιρεία. 1951. ISBN-10 0-89130-812-1.
  8. 1 2 3 Broughton 1952, σελ. 544.
  9. Broughton 1951, σελ. 484–85.
  10. Yakobson 2010, σελ. 290.
  11. 1 2 Badian 2012.
  12. Broughton 1951, σελ. 507.
  13. Broughton 1951, σελ. 510.
  14. 1 2 Broughton 1951, σελ. 537.

Πηγές

  • Badian, Ernst (2012). «Cassius Longinus Ravilla, Lucius». The Oxford classical dictionary (4th έκδοση). Oxford: Oxford University Press, σελ. 289. ISBN 978-0-19-954556-8. OCLC 959667246. 
  • Broughton, Thomas Robert Shannon (1951). The magistrates of the Roman republic. 1. New York: American Philological Association. 
  • Broughton, Thomas Robert Shannon (1952). The magistrates of the Roman republic. 2. New York: American Philological Association. 
  • Yakobson, Alexander (2010). «Traditional political culture and the people's role in the Roman republic». Historia: Zeitschrift für Alte Geschichte 59 (3): 282–302. doi:10.25162/historia-2010-0017. ISSN 0018-2311. https://www.jstor.org/stable/25758311.