Ανατολικογερμανική λογοτεχνία

Η λογοτεχνία της Ανατολικής Γερμανίας είναι περίοδος της Γερμανόφωνης λογοτεχνίας του 20ού αιώνα και περιλαμβάνει τα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν στην Ανατολική Γερμανία από την εποχή της Σοβιετικής ζώνης κατοχής το 1945, μέχρι το τέλος της κομμουνιστικής διακυβέρνησης και την επανένωση της Γερμανίας το 1990. Η λογοτεχνία αυτής της περιόδου επηρεάστηκε έντονα από το ύφος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, που σήμαινε ότι τα έργα έπρεπε να παρουσιάζουν τον σοσιαλισμό θετικά και να υποστηρίζουν τα ιδανικά του νεοσύστατου κράτους. Οι συγγραφείς έπρεπε να αντιμετωπίσουν τη λογοκρισία και τον κρατικό έλεγχο, που περιόριζαν σοβαρά την καλλιτεχνική τους ελευθερία.[1]
Ιστορική εξέλιξη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι απαρχές της ανατολικογερμανικής λογοτεχνίας περιλαμβάνουν μια σειρά από αντιφασιστικά έργα από τους επιστρέφοντες από την εξορία λογοτέχνες. Η ανάπτυξη της λογοτεχνίας στη ΛΔΓ χωρίζεται σε 4 διαφορετικές φάσεις. Η λογοτεχνία της ανασυγκρότησης της δεκαετίας του 1950, η λογοτεχνία της άφιξης της δεκαετίας του 1960, η σχετική φιλελευθεροποίηση της δεκαετίας του 1970 και μια πιο κριτική λογοτεχνία της αλλαγής από το 1980 έως το 1990. Κύρια θέματα ήταν η ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού, η καθημερινή ζωή στη ΛΔΓ, η πολιτική και κοινωνική κριτική, η φυγή και μετανάστευση, η λαχτάρα για ελευθερία. [2]
1945 - 1949
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η λογοτεχνία αυτής της περιόδου ήταν σε μεγάλο βαθμό αντιφασιστική και εξέτασε κριτικά το πρόσφατο παρελθόν της Γερμανίας. Γράφτηκε από εξόριστους λογοτέχνες που είχαν καταφέρει να δραπετεύσουν από τη ναζιστική Γερμανία και επέστρεψαν μετά το τέλος του πολέμου στη Σοβιετική Ζώνη Κατοχής, μεταξύ των πιο διάσημων οι Μπέρτολτ Μπρεχτ, Άρνολντ Τσβάιχ, Στέφαν Χάιμ, Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ και Άννα Ζέγκερς.
Όλοι τους κινούνταν από την ελπίδα της ανάπτυξης μιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής κοινωνίας στην οποία θα τηρούνταν οι αξίες της ελευθερίας και της ισότητας. Ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος και οι συνέπειές του, το Ολοκαύτωμα καθώς και η εποχή των Εθνικοσοσιαλιστών, ήταν τα κεντρικά θέματα. Χαρακτηριστικά έργα είναι τα μυθιστορήματα Ο έβδομος σταυρός (1942) και Τράνζιτ (1944) της Άννας Ζέγκερς.
Λογοτεχνία της ανοικοδόμησης (1949-1961)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αυτή την περίοδο η λογοτεχνία και άλλες μορφές τέχνης έγιναν μέρος του επίσημου κυβερνητικού σχεδιασμού. Ο πολιτισμός και η τέχνη έπρεπε να αντανακλούν τα ιδανικά και τις αξίες του κομμουνισμού και να λειτουργούν ως μέσο εκπαίδευσης των μαζών, με κυρίαρχο το ύφος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ιδρύθηκαν ειδικά κυβερνητικά τμήματα, όπως το Γραφείο Λογοτεχνίας και Εκδόσεων και η Κρατική Επιτροπή Τεχνών που επέβλεπαν τη λογοκρισία.

Αυτή την περίοδο, η λογοτεχνία ασχολήθηκε θεματικά με την κατασκευή των μεγάλων βιομηχανικών εγκαταστάσεων (ειδικά των χημικών εργοστασίων) και τις νέες συνθήκες παραγωγής με βάση το σοβιετικό μοντέλο. Σε αυτές τις αφηγήσεις, οι εργάτες είναι οι πρωταγωνιστές και ο ήρωας κάθε ιστορίας είναι ένας ιδιαίτερα ικανός και έμπειρος (και κάπως μεγαλύτερος σε ηλικία) εργάτης που, παρά τις δυσκολίες, βοηθά στην κατασκευή του εργοστασίου, διακρινόμενος έτσι για την εξαιρετική του απόδοση. Συνήθως εμφανίζονται και εκπρόσωποι της «παλιάς κοινωνίας». Αυτοί είναι δολιοφθορείς που εμποδίζουν την οικονομική επιτυχία του κομμουνισμού και είτε συλλαμβάνονται είτε καταφεύγουν στη Δύση. Οδηγώντας τελικά στην επιτυχημένη κατασκευή του βιομηχανικού εργοστασίου και στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, τα λογοτεχνικά έργα διέδιδαν μια αισιόδοξη προοπτική. Ήταν μια διδακτική μορφή λογοτεχνίας που αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση των ανθρώπων να αφοσιωθούν στη δημιουργία της νέας κοινωνίας. Αναφέρονται επίσης στις κοινωνικές αναταραχές που προέκυπταν από την κολεκτιβοποίηση της γεωργίας. Όλα τα έργα απεικόνιζαν τα επιτεύγματα του κομμουνισμού και τη νίκη επί του φασισμού.[3]
Χαρακτηριστικά έργα: Κάστρα και αγροτόσπιτα του Κουρτ Μπάρτελ, Μονοπάτι από πέτρες του Έρικ Νόιτς, το θεατρικό έργο του Χάινερ Μύλερ Η μετεγκατάσταση ή Η αγροτική ζωή
Λογοτεχνία της άφιξης (1961–1971)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά την κατασκευή του Τείχους του Βερολίνου το 1961, τα χρόνια μέχρι το 1965 σημαδεύτηκαν από μια ιδιαίτερα φιλελεύθερη πολιτική για τον πολιτισμό και τη νεολαία. Στο Ανακοινωθέν Νεολαίας του 1963, η ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος υποσχέθηκε στους νέους μεγαλύτερη αυτονομία και συμμετοχή. Ταυτόχρονα, επικριτικοί μουσικοί και διανοούμενοι άσκησαν επιρροή στη δημόσια σφαίρα. Μεταξύ αυτών ήταν ο Βολφ Μπίρμαν, ο οποίος έδωσε ξανά δημόσιες συναυλίες μετά από μια μακρά παύση. Η μουσική ποπ και ροκ, η οποία είχε απαγορευθεί τα προηγούμενα χρόνια, επιτράπηκε ξανά.
Η λογοτεχνία γνώρισε επίσης μια φιλελεύθερη φάση, τα έργα ήταν πολύ λιγότερο ιδεολογικά, πιο ρεαλιστικά και επικριτικά στο καθεστώς, αλλά εξακολουθούσαν να είναι διδακτικά και να ευθυγραμμίζονται με το πολιτιστικό και πολιτικό πρόγραμμα του κόμματος, παρουσιάζοντας τον κομμουνισμό σαν το σωστό πολίτευμα σε σχέση με την καπιταλιστική Δύση. Οι κύριοι χαρακτήρες είναι πλέον νέοι και διανοούμενοι που αποδεικνύουν την αξία τους τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά. Συχνά η σύγκρουση επικεντρώνεται μεταξύ ενός απολιτικού νεαρού και ενός μεγαλύτερου που ασπάζεται τις ιδέες του κόμματος και πείθει τον πρώτο για τη σωστή κοσμοθεωρία. Τυπικό παράδειγμα είναι το Μοιρασμένος ουρανός (1963) της Κρίστα Βολφ όπου στη σύγκρουση μεταξύ εραστών, ο άνδρας - ένας ατομικιστής μηχανικούς - φεύγει για το Δυτικό Βερολίνο αλλά η γυναίκα επιλέγει να παραμείνει στη χώρα για να συμβάλει στην ανάπτυξη της κομμουνιστικής κοινωνίας.[4]
Η περίοδος ονομάστηκε από τη νουβέλα Άφιξη στην καθημερινή ζωή (1961) της Μπριγκίτε Ράιμαν.[5]
1965 - 1971
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ακόμη και πριν από το 1965, οι περιορισμοί στην πολιτιστική πολιτική αυξάνονταν ξανά και επικριτές του καθεστώτος διαγράφονταν από το κόμμα. Το 1965, μια διαδήλωση υπέρ της μουσικής ποπ κατέληξε σε μαζικές συλλήψεις και επακόλουθες νομικές διαδικασίες. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Έριχ Χόνεκερ, τότε Γραμματέας του Εθνικού Συμβουλίου Άμυνας, κατήγγειλε τις επιβλαβείς τάσεις, τον σκεπτικισμό και την ανηθικότητα. Κατά συνέπεια, όλα τα έργα υποβάλλονταν ξανά σε αυστηρή λογοκρισία.
1971–1980
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι αρχές της δεκαετίας του 1970 σηματοδότησαν μια σημαντική καμπή. Εφαρμόστηκε ένα πρόγραμμα απελευθέρωσης για την τέχνη και τη λογοτεχνία. Αρχικά, αυτό σήμαινε ότι στους συγγραφείς δόθηκε μεγαλύτερη ελευθερία, υπό την προϋπόθεση ότι τα θεμέλια του σοσιαλισμού διατηρούνταν και αντικατοπτρίζονταν στα έργα τους. Έτσι, η εστίαση μετατοπίστηκε από τον ίδιο τον σοσιαλισμό στα προβλήματα που αντιμετώπιζε το άτομο εντός της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ωστόσο, μετά τον εκπατρισμό του Βολφ Μπίρμαν τον Νοέμβριο του 1976 - στον οποίο δεν επετράπη να επιστρέψει στην Ανατολική Γερμανία μετά από μια παράσταση στη Δυτική Γερμανία - και τις διαμαρτυρίες από εξέχοντες συγγραφείς και καλλιτέχνες της ΛΔΓ, η πολιτιστική πολιτική σκλήρυνε. Πολλοί συγγραφείς εγκατέλειψαν τη χώρα τα επόμενα χρόνια. Άλλοι παρέμειναν, αλλά διαγράφηκαν ή παραιτήθηκαν από την Ένωση Ανατολικογερμανών Συγγραφέων, που σήμαινε ότι δεν τους επιτρεπόταν πλέον να δημοσιεύουν. Πολλά από αυτά τα επικριτικά έργα που δεν μπορούσαν να δημοσιευτούν επίσημα στην Ανατολική Γερμανία κυκλοφορούσαν κρυφά ή δημοσιεύονταν στη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο, αρκετοί συγγραφείς έλαβαν μακροπρόθεσμες βίζες εξόδου, οι οποίες τους επέτρεπαν να ταξιδεύουν μεταξύ Ανατολής και Δύσης .
Οι συγγραφείς που παρέμειναν στην Ανατολική Γερμανία στρέφονταν όλο και περισσότερο σε ιστορικά θέματα, που τους επέτρεπε να ασκούν συγκαλυμμένη κριτική στις συνθήκες στη ΛΔΓ, όπως για παράδειγμα τα μυθιστορήματα του Στέφαν Χάιμ Η αφήγηση για τον βασιλιά Δαβίδ και Αχασβήρος.
Η ενθουσιώδης υποδοχή, επανέκδοση και αναδιατύπωση έργων του γερμανικού ρομαντισμού κατά τη δεκαετία του 1970 οφείλεται εν μέρει στις παραλληλίες μεταξύ της κατάστασης των Γερμανών στην εποχή του Ναπολέοντα και στη ΛΔΓ, οι οποίες υπέφεραν και οι δύο από την πολιτική και κοινωνική καταπίεση και την απώλεια αυτονομίας, ιδίως την καταστολή της ελευθερίας του λόγου.[6]
1980–1990
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στην ανατολικογερμανική λογοτεχνία τη δεκαετία του 1980 είναι τα έργα μιας νέας γενιάς συγγραφέων και καλλιτεχνών της underground σκηνής που αναδύθηκε στην περιοχή Πρέντσλαουερ Μπεργκ του Ανατολικού Βερολίνου. Εκφράστηκαν μέσω της μουσικής πανκ, παράνομων παραστάσεων, πειραματικής γραφής και έκδοσης ανεπίσημων περιοδικών και λογοτεχνίας. Απέρριπταν την παραδοσιακή μέθοδο έκδοσης μέσω εκδοτικών οίκων. Δημοσίευαν σε μικρά αντίτυπα και έκαναν πολυάριθμες αναγνώσεις (μερικές φορές με μουσική) για να διαδώσουν τα έργα τους. Προσανατολίζονταν σε μεταδομιστικές τάσεις από τη Γαλλία και στόχος τους ήταν μια λογοτεχνία «που η Στάζι δεν καταλαβαίνει». Χρησιμοποίησαν έτσι ένα σκόπιμα παράλογο στυλ γραφής για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στο υπάρχον λογοτεχνικό κατεστημένο και τις δομές της ΛΔΓ. Χαρακτηριστικό της τάσης είναι το έργο του Άντολφ Έντλερ.[7]
Από το 1991 και μετά
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στα χρόνια που ακολούθησαν το 1990, οι πρώην Ανατολικογερμανοί συγγραφείς έπρεπε να προσαρμοστούν στις νέες πολιτικές συνθήκες. Κάποιοι το διαχειρίστηκαν καλύτερα και συνέχισαν να δημοσιεύουν με επιτυχία. Άλλοι, ειδικά όσοι ήταν πιστοί στο καθεστώς, αντιμετώπισαν σημαντικά προβλήματα πωλήσεων. Η Κρίστα Βολφ καθαιρέθηκε από είδωλο της ανατολικογερμανικής λογοτεχνίας όταν έγινε γνωστή η σύντομη εμπλοκή της ως πληροφοριοδότρια τη δεκαετία του 1960. Και πολλοί άλλοι συγγραφείς ήρθαν αντιμέτωποι με την αποκάλυψη της δραστηριότητάς τους ως συνεργάτες της Στάζι.[8]
Ψυχαγωγική λογοτεχνία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πολλά από τα βιβλία που πωλούνταν στην Ανατολική Γερμανία ανήκαν στο είδος της ψυχαγωγίας ή της λαϊκής μυθοπλασίας. Ήταν κυρίως αστυνομικά μυθιστορήματα, ιστορίες περιπέτειας και επιστημονικής φαντασίας. Τα κατασκοπευτικά μυθιστορήματα, ειδικότερα, που εξέθεταν τις δραστηριότητες πρακτόρων των δυτικών χωρών εναντίον των σοσιαλιστικών κρατών αυτή την εποχή του Ψυχρού πολέμου, προωθούνταν και διαδίδονταν από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης. Μεταξύ των πιο επιτυχημένων συγγραφέων ήταν ο Χάρι Τουρκ και ο Τομ Βίτγκεν.
Σημαντικοί συγγραφείς και αντιπροσωπευτικά έργα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]




- Μπρούνο Άπιτς (1900 - 1979): Γυμνός ανάμεσα στους λύκους (1958)
- Κρίστα Βολφ (1929-2011): Μοιρασμένος ουρανός (1963), Σκέψεις για την Κρίστα Τ. (1968), Τι απομένει (1979)
- Ούβε Γιόνσον (1934 -1984): Εικασίες για τον Γιάκομπ (1956)
- Γκύντερ Γκέρλιχ (1928 - 2010): Μια είδηση στην εφημερίδα (1978)
- Άντολφ Έντλερ (1930 - 2009): Σαφή μηνύματα που προκαλούν σύγχυση (1979)
- Άννα Ζέγκερς (1900-1983): Η απόφαση (1959)
- Χέρμαν Καντ (1926-2016): Η αίθουσα διαλέξεων (1965), Η διαμονή (1977)
- Σάρα Κιρς (1935-2013): Μαγικά ξόρκια (1973)
- Γκύντερ Κούνερτ (1929-2019): Μονόλογος για έναν οδηγό ταξί (1962), Η επιστροφή της μηχανής του χρόνου (1984)
- Ράινερ Κούντσε (γενν. το 1933): Τα υπέροχα χρόνια (1976)
- Έριχ Λεστ (1926-2013): Φάντασμα από την εποχή των παγετώνων (1988), Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1995)
- Κουρτ Μπάρτελ (1914-1967): Κάστρα και αγροτόσπιτα (1957)
- Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ (1891-1958), υπουργός Πολιτισμού: οι στίχοι του εθνικού ύμνου της ΛΔΓ, Ευχαριστίες ποίημα για τον θάνατο του Στάλιν.
- Γιούρεκ Μπέκερ (1937-1997): Γιάκομπ ο ψεύτης (1969)
- Βολφ Μπίρμαν (γενν. το 1936, ποιητής, τραγουδοποιός): Ενθάρρυνση (1968)
- Γιοχάνες Μπομπρόφσκι (1917-1965): Ρεύματα της χώρας των σκιών (1962)
- Τόμας Μπρας (1945 - 2001): Ο επιβάτης - Καλώς ορίσατε στη Γερμανία (1988)
- Φόλκερ Μπράουν (γενν. το 1939): Ημιτελής ιστορία (1977), διασκευάστηκε στην ταινία Η υποψία το 1991
- Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898-1956): Ο κύκλος με την κιμωλία (1949)
- Γκύντερ ντε Μπρούιν (1926 - 2020) Ερευνητικές μελέτες στο Βρανδεμβούργο (1978)
- Μόνικα Μάρον (γενν. το 1941): Ιπτάμενη τέφρα (1981)
- Χάινερ Μύλερ (1929-1995): Η μετεγκατάσταση ή Η αγροτική ζωή (1961)
- Έρικ Νόιτς (1931-2013): Μονοπάτι από πέτρες (1964)
- Ντίτερ Νολ (1927-2008): Οι περιπέτειες του Βέρνερ Χολτ (1960/63)
- Ούλριχ Πλέντζντορφ (1934-2007): Τα νέα βάσανα του νεαρού Β. (1972)
- Μπριγκίτε Ράιμαν (1933-1973): Η ομολογία (1961), Άφιξη στην καθημερινή ζωή (1961), Φραντσίσκα Λίνκερχαντ (1974)
- Έρβιν Στρίτματερ (1912-1994): Τίνκο (1954)
- Άρνολντ Τσβάιχ (1887-1968): Η υπόθεση του λοχία Γκρίσα (1927), Τα όνειρα είναι ακριβά (1962)
- Πέτερ Χακς (1928- 2003): Μια συζήτηση στο σπίτι των Στάιν για τον απόντα κ. φον Γκαίτε (1976)
- Κρίστοφ Χάιν: Ο ξένος φίλος (1982), Ο μουσικός του τάνγκο (1989)
- Στέφαν Χέρμλιν (1915-1997): Βραδινό φως (1979)
- Στέφαν Χάιμ (1913-2001): Η αφήγηση για τον βασιλιά Δαβίδ (1973), Αχασβήρος (1981)
- Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ (1941 - 2007): Στερεό έδαφος (1984), Το εγκαταλειμμένο εργοστάσιο (1990)
- Πέτερ Χούχελ (1903-1981): Η ένατη ώρα
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ . «studyflix.de/deutsch/ddr-literatur».
- ↑ . «knowunity.de/knows/deutsch-literatur-der-ddr».
- ↑ . «studysmarter.de/deutsch/literaturepochen/ddr-literatur/».
- ↑ . «suhrkamp.de/empfehlung/literaturklassiker-der-ddr».
- ↑ . «lernhelfer.de//artikel/die-literarischen-themen-der-sechzigerjahre».
- ↑ . «perlentaucher.de/stichwort/ddr-literatur/buecher».
- ↑ . «lektuerehilfe.de/literaturepochen/ddr-literatur».
- ↑ . «literaturwelt.com/literatur-der-ddr/».