καὶ ἀκατάβλητος ἡ εὐθυμία της. Εἶχε τὴν καρδίαν ὑγιῆ καὶ ἀκμαίαν ὅσον καὶ τὸ σῶμα, καὶ συχνάκις διὰ τῆς ζωηρότητος, διὰ τῆς φαιδρότητός της ἔφερεν εἰς τὰ χείλη μας τὸ μειδίαμα, ἐν μέσῳ τῆς ἐπικρατούσης ἐκεῖ γενικῆς ἀθυμίας.
Ἡ ὥρα ἐν τούτοις παρήρχετο καὶ ηὔξανε τῆς μητρός μου ἡ ἀνησυχία. Δὲν ἤθελον νὰ τὴν αὐξήσω ἐκφράζων τοὺς φόβους μου, ἀλλ’ ἤμην κ’ ἐγὼ ἀνήσυχος, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπίσης. — Τί ἔγεινε; Πῶς ἀργεῖ; Μὴ ἔπαθε τίποτε; Τοιαῦται ἀντηλλάσσοντο φράσεις.
Ἐκεῖ, αἴφνης, ἀνοίγεται ἡ θύρα καὶ παρουσιάζεται ἡ Ἀνδριάνα κάτωχρος, τρέμουσα, μὲ τὴν κόμην λυτήν, σχισμένα τὰ φορέματα καὶ ἀνοικτά, τὰ στήθη αἱματωμένα… ἡ ὅλη παρουσία της ἐμαρτύρει πάλην φοβεράν, καὶ τρόμον καὶ αἰσχύνην.
Ἡ μήτηρ μου ἠγέρθη ἀμέσως, ἐκάλυψε μὲ τὰς χεῖρας τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀνέκραξε μετὰ φρίκης: Ἆ! οἱ Τοῦρκοι, οἱ Τοῦρκοι! Καὶ ἁρπάσασα τὰς θυγατέρας της ἔσυρεν αὐτὰς εἰς τὴν ἀγκάλην της.
Ἡ δὲ Ἀνδριάνα μὲ τὴν μίαν χεῖρα ἐπὶ τῆς ἀνοικτῆς θύρας, ἐδείκνυε διὰ τῆς ἄλλης τὴν ἔξοδον, καὶ ἀσθμαίνουσα, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀρθρώσῃ τὰς λέξεις τὰς ὁποίας ἐπροσπάθει νὰ προφέρῃ· — Φύγετε, κρυφθῆτε!
Εὑρέθημεν ὅλοι διὰ μιᾶς ἔξω εἰς τὸν δρόμον μετὰ τῆς Ἀνδριάνας.