Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/194

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
188
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

Πρὶν διαβῇ τὴν θύραν ἐστράφη. ᾘσθάνετο ὅτι ἀκολουθῶ τὰ ἴχνη της. Εἰσῆλθε μετ’ αὐτὴν ὁ φύλαξ τοῦ χαρεμίου καὶ ἡ θύρα ἐκλείσθη.

Ἐκάθησα ὑπὸ τὰ δένδρα μὲ τὴν κεφαλὴν ἐντὸς τῶν χειρῶν, προσπαθῶν νὰ συλλέξω τὰς ἰδέας μου. Ἡ Δέσποινα εἰς χεῖρας Τούρκων, Τούρκων κατοικούντων τὸν Πύργον μας! Πῶς μὲ ἀνεγνώρισεν ἀμέσως, ὡς νὰ μ’ ἐπερίμενε! Ἡ ἐπίκλησίς της ἀντήχει εἰς τὰ ὦτά μου· — «Γλύτωσέ με, Λουκῆ!» Ἰδοὺ ὁ μυστηριώδης μαγνήτης ὅστις μὲ εἵλκυεν εἰς Χίον, ἰδοὺ πρὸς τί με ὡδήγησεν ἡ Θεία Προνοία! Θὰ τὴν σώσω! Ἀλλὰ πῶς; Καὶ μετέβαινον ἀπὸ σχεδίου εἰς σχέδιον.

Ἐπῆλθεν ἐν τούτοις ἡ νύξ, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ σκότος εἰσέτι. Ἡ σελήνη εἶχε δύο περίπου ὡρῶν δρόμον μέχρις οὗ κρυφθῇ καὶ ἐπρόβαινε βραδέως πρὸς τὴν δύσιν της, φωτίζουσα τὸν οὐρανὸν ἄνωθέν μου. Αἱ ἀκτῖνές της παίζουσαι μὲ τῶν δένδρων τὰ φύλλα ἐσχημάτιζον μυρίας φαντασιώδεις σκιὰς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ὅπου ἐκαθήμην, καὶ τὰς ἔβλεπον, καὶ ἤκουον τὰς ὑλακὰς τῶν σκύλων εἰς τὰς ἀπεχούσας ἐπαύλεις, καὶ τῶν γρύλλων περὶ ἐμὲ τὸν θόρυβον, καὶ τοὺς ἠχηροὺς τῶν βατράχων κοασμούς. Ὁ νοῦς μου ἦτον ἀλλαχοῦ καὶ ἤκουον χωρὶς νὰ προσέχω, ἀλλ’ ἐνετυποῦντο εἰς τὴν μνήμην μου αἱ ἐξοχικαὶ τῆς σιωπηλῆς ἐκείνης