Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/192

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
186
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

Ἀλλὰ πῶς νὰ συνεννοηθῶ μετ’ αὐτοῦ; Δὲν ἐτόλμων οὔτε νὰ τὸν κράξω, οὔτε νὰ εἰσέλθω ἐντὸς τοῦ κήπου. Ἂς περιμείνω μέχρις οὗ νυκτώσῃ, καὶ τότε κρυφίως εἰσχωρῶν μέχρι τῆς καλύβης του τὸν εὑρίσκω, ἀναγνωρίζομαι καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν σύμπραξίν του. Ἀλλ’ ἕως τότε;

Ὁ ἥλιος εἶχε κρυφθῆ ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ διαυγοῦς οὐρανοῦ ἀντενακλᾶτο ἄφθονον τὸ φῶς τῆς δείλης. Ἦτο φαιδρὰ θερινὴ ἑσπέρα καὶ ἡσύχαζεν ἡ γῆ, ὑπὸ δὲ τὰ δένδρα ἐφαίνοντο τὰ πάντα τοσοῦτον εὐτυχῆ εἰς τὴν πεδιάδα! Δὲν συμπάσχει μεθ’ ἡμῶν ἡ φύσις, ἡ δὲ γαλήνη της ἐπαυξάνει τῆς ἀνησύχου καρδίας τὸ βάρος.

Κατέβην ἐκ τοῦ ἀμπελῶνος εἰς τὸν δρόμον καὶ διηυθύνθην πρὸς τὸ παρεκκλήσιον, μὲ τὴν κεφαλὴν πρὸς τὴν γῆν κεκλιμένην, ὡσεὶ προσπαθῶν ν’ ἀνεύρω ἐπὶ τοῦ χώματος τὰ ἴχνη ἐκείνων μεθ’ ὧν τοσάκις ἐπορεύθην ἐκεῖ.

Ἤμην εἰσέτι μακρὰν τοῦ περικυκλοῦντος τὸν ναΐσκον ἄλσους, ὅτε εἶδον προβαινούσας ἐκ τῶν δένδρων μορφὰς γυναικείας καὶ παιδία τρέχοντα περὶ αὐτάς. Κατέβαινον πρὸς ἐμὲ ἐνῷ ἐγὼ ἀνέβαινον, δὲν ἤμην δὲ πλέον ἐν καιρῷ νὰ ὀπισθοχωρήσω, ὅταν ἀνεκάλυψα ὅτι ἦσαν Τούρκισσαι. Τὰς συνώδευεν Ἄραψ εὐνοῦχος, τὸ ποδῆρες τοῦ ὁποίου φόρεμα δὲν ἐξεχωρίζετο μακρόθεν ἀπὸ τὰ τῶν γυναικῶν.