Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/172

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
166
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ

καὶ ὁ Τοῦρκος ἐπρομηθεύθησαν ζῶα ἐντὸς τοῦ χωρίου, ὁ δὲ νέος χωρικὸς κ’ ἐγὼ ὑπηγαίνομεν πεζοί.

Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τί ἀπέγεινε περὶ ἐμοῦ καὶ διατί ηὔξησεν ἡ συνοδία μας, ἀλλ’ ἡ παρουσία τοῦ Τούρκου ἔφραττε τὴν γλῶσσάν μου. Ὠνομάζετο οὗτος Μουλᾶ Μουσταφᾶς, ἦτο δ’ ἐκ Κρήτης καὶ ἐλάλει Ἑλληνιστί, ἀλλὰ πολλὰ δὲν ἔλεγε, μὴ θέλων, Τοῦρκος αὐτός, νὰ δώσῃ θάρρος εἰς τοὺς λοιπούς, οἵτινες τὸν ἠκολούθουν κατὰ σειρὰν ἐπὶ τοῦ ὄνου του ἕκαστος.

Ἐγὼ κατὰ διαταγὴν τῶν δημογερόντων ἐβάδιζον, δίκην ὑπηρέτου, παρὰ τὸν ὄνον του. Ἅπαξ μόνον μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ Μουλᾶς τὸν λόγον. Παρὰ τὸν δρόμον παρετήρησε τάφρον πλήρη ἀνθέων ἀγρίων καὶ μὲ διέταξε νὰ τοῦ κόψω ἓν ἐξ αὐτῶν, δακτυλοδεικτῶν καὶ λέγων τὴν Τουρκικὴν ὀνομασίαν του, Μὴ ἐννοήσας ἀκριβῶς ὁποῖον τὸ ζητούμενον, ἔκοψα διάφορα ἐκ τῆς τάφρου ἄνθη καὶ τρέξας, ὅπως προφθάσω τὴν προχωρήσασαν συνοδίαν, προσέφερον ταπεινῶς τὴν ἀνθοδέσμην μου. Ἀτυχῶς δὲν περιεῖχεν αὕτη τὸ ἑλκύσαν τοῦ Μουλᾶ τὴν προσοχήν.

— Δὲν εἶναι ἐκεῖνο ὁποῦ σοῦ εἶπα, μωρέ. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;

— Ἀπὸ τὴν Ἰκαρίαν.

— Διὰ τοῦτο εἶσαι κουτός. Δὲν εἶσαι Χιώτης.

Ὁ κολακευτικὸς διὰ τὴν πατρίδα μου ὑπαινιγμὸς