γενικὴ ἡ πεποίθησις ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ πάρωμεν τὴν Πόλιν! Ὥστε οἱ Τήνιοι ἠδύναντο νὰ πιστεύωσιν ὅτι ἔχουσι λόγους νὰ εὐθυμῶσι. Καὶ ἀντήχει ἐντὸς τοῦ καφενείου ἡ βοὴ ἀσμάτων πατριωτικῶν, τὰ ὁποία ἐποίκιλε κάποτε ἡ λύρα των εἰς τρυφερώτερον ρυθμὸν τονιζομένη.
Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου… διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἐκοιμῶντο ἐπὶ ρόδων καὶ οἱ Τήνιοι, — ἐκτὸς τούτου δὲν δύναται νὰ θρηνῇ αἰωνίως ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ψυχή του δὲν ἀντέχει εἰς λύπην διαρκῆ, ἀλλ’ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ γελάσῃ καὶ νὰ χαρῇ, ἐνῷ δὲ ἡ θλίψις τὸν πιέζει, ἡ λάμψις τοῦ γέλωτος, διασχίζει ἐνίοτε τῆς κατηφείας τὰ νέφη. Ὑπάρχουσι καὶ καρδίαι ἐντρυφῶσαι εἰς τὴν θλίψιν καὶ διαιωνίζουσαι τὸ πένθος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ φυσικόν. Ἡ φύσις ἐπουλόνει τὰς πληγάς, καὶ ὀργᾷ ἐπὶ τέλους ἡ καρδία πρὸς τὴν φαιδρότητα καὶ ἐπιζητεῖ τὴν χαράν. Διότι, ναὶ μὲν ἀπὸ χῶμα ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ χῶμα βαρὺ καὶ ὑγρόν, ἀλλ’ ἐστέγνωσεν ἔπειτα τὸν πηλὸν εἰς τὸν ἥλιον, καὶ ἡ ζύμη διατηρεῖ τῆς ζωογόνου ἀκτῖνος τὴν θέρμην.
Τὴν νύκτα ἐκείνην δὲν ἐφιλοσόφουν οὕτω. Δὲν εἶχον εἰσέτι τῆς ζωῆς τὴν πεῖραν, τὰ δὲ παθήματα ἦσαν νωπά. Βραδύτερον, ὅτε οἱ πλεῖστοι τῶν προσφύγων Χίων συνελθόντες, ἠρχίσαμεν ν’ ἀνεγείρωμεν τὰς πρώ-