Σελίδα:Λουκής Λάρας (1881).pdf/105

Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
ΛΟΥΚΗΣ ΛΑΡΑΣ
99

ὁποίαν νὰ κλίνωμεν τὴν κεφαλήν, καὶ Τούρκους πλησίον νὰ μὴν ἔχωμεν.

Περὶ ἡλίου δυσμὰς ἀνειλκύσθη ἡ ἄγκυρα καὶ ἀπεπλεύσαμεν.

Ἡ Ἀνδριάνα ἐν τούτοις ἔμενε τεθλιμμένη καὶ ἄφωνος. Οὐδὲ ἡ εἰς Ψαρὰ ἄφιξις καὶ ἡ ἐκεῖθεν ἀναχώρησις, οὐδ’ ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ καταστρώματος κίνησις καὶ βοὴ ἴσχυσαν νὰ τὴν ἀποσπάσωσι τοῦ ληθάργου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο βυθισμένη. Τὰ πάντα ἦσαν ὡς ξένα πρὸς αὐτήν. Οἱ ὀφθαλμοί της ἦσαν προσηλωμένοι, ἀλλ’ ἔβλεπες ὅτι δὲν προσέχουν εἰς ὅ,τι ἠτένιζον. Μελαγχολία ἀνεκλάλητος ἀπεικόνίζετο εἰς τὸ βλέμμα, εἰς τὴν στάσιν, εἰς τὴν σιωπήν της. Ἐὰν τὴν ὡμίλει τις, ὕψονε βραδέως τοὺς ὀφθαλμούς, ὡς ν’ ἀποσπᾶται μετὰ κόπου ἀπὸ τὰς σκέψεις της, καὶ βραδέως καὶ μετὰ κόπου ἀπεκρίνει το. Ἐὰν ἡ μήτηρ μου ἐλάμβανε θωπευτικῶς τὴν χεῖρά της, ἐδέχετο ἀπαθῶς τὴν θωπείαν, ἡ δὲ χεὶρ ἔπιπτεν ἔπειτα βαρεῖα ἐπὶ τῶν γονάτων· καὶ ἀπεμακρύνετο ἡ μήτηρ μου νὰ κρύψῃ τὴν λύπην της. Ποῦ ἡ προτέρα ζωηρότης; ποῦ ἡ ἐνέργεια, ποῦ ἡ φαιδρότης, ἥτις μᾶς ὑπεστήριζε καὶ μᾶς ἐζωογόνει κατὰ τὰς πρώτας τοῦ διωγμοῦ ἡμέρας! Ἀφ’ ἧς ὥρας ἤνοιξε τὴν θύραν εἰς Μεστὰ μὲ τὴν κόμην λυτὴν καὶ τὰ στήθη ἀνοικτὰ καὶ τὸ φόρεμα σχισμένον, δὲν