ἤκουες ἐντὸς ὀλίγου ἢ τὴν χαρμόσυνον μουσικὴν τοσούτων πεινασμένων ὀδόντων ἀλεθόντων τὰ σκληρά τοῦ πλοίου παξιμάδια.
Ἡ Ἀνδριάνα μόνη δὲν ἔτρωγεν. Ἐκάθητο ἐπὶ τοῦ καταστρώματος, παρὰ τὴν πρύμνην, μὲ τὰ γόνατα ὑψωμένα καὶ τοὺς ἀγκῶνας ἐπὶ τῶν γονάτων καὶ τὸ μέτωπον ἐντὸς τῶν χειρῶν. Ὁ πλοίαρχος ὑπῆγε πλησίον της, προσπαθῶν νὰ τὴν ἐνθαρρύνῃ, ἀλλ’ ἔμεινε σιωπηλὴ καὶ ἀκίνητος ἐκείνη, οὐδ’ ἀνύψωσε τὴν κεφαλήν. Ἔθεσα τότε τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ ὤμου της καὶ ἠθέλησα νὰ τὴν προτρέψω νὰ φάγῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ εἴπω πολλά, διότι εἶδον τὰ δάκρυα ρέοντα διὰ μέσου τῶν δακτύλων της, καὶ ἐπνίγετο ἡ φωνή μου καὶ ἐθολοῦντο οἱ ὀφθαλμοί μου.
Ἡ μήτηρ μου ἐκάθητο παρέκει. Ἔδειξα διὰ τῆς χειρὸς τὴν Ἀνδριάναν καὶ μὲ ἐνόησεν ἡ μήτηρ μου, καὶ ἐγερθεῖσα ἦλθε πλησίον τῆς δυστυχοῦς νέας. Ἐγονάτισεν ἐνώπιόν της, ἐσήκωσε τὰς χεῖράς της ἀπὸ τὸ μέτωπον, ἐσπόγγισε τὰ δάκρυά της, καὶ εἶπε λόγους γλυκεῖς γυναικείας παραμυθίας.
Ἀπεμακρύνθην συγκεκινημένος. Ὑπῆγον εἰς τὴν πρώραν καὶ ἔβλεπον τὴν θάλασσαν τὴν ὁποίαν ἐσχίζομεν, καὶ τὰ βουνὰ τῶν Ψαρῶν ἄντικρύ μου. Ἤμεθα ἤδη· πλησίον τοῦ λιμένος, δὲν ἐβράδυνον δὲ νὰ