Οι Κατανυκτικοί Λόγοι/τ
| ←Λόγος σʹ | Οι Κατανυκτικοί Λόγοι Λόγος τʹ |
Λόγος υʹ→ |
Λέγουσιν οἱ Πατέρες, ὅτι τὸ νὰ καθίσῃ κανεὶς εἰς τὸ κελλίον του, τὸ ἥμισυ εἶναι, καὶ τὸ νὰ πηγένῃ πρὸς Γέροντας, τὸ ἥμισυ εἶναι· τοῦτο δὲ δηλοῖ, ὅτι καὶ εἰς τὸ κελλίον, καὶ ἔξωθεν τοῦ κελλίου προσοχῆς χρεία εἶναι. Ὅμως κάμνει χρεία νὰ ἠξεύρῃ κανεὶς καὶ τοῦτο, καὶ διατί χρεωστᾷ νὰ ἡσυχάζῃ εἰς τὸ κελλίον του, καὶ διατί νὰ πηγένῃ πρὸς πατέρας, ἢ ἀδελφούς. Καὶ ἐὰν προσέχῃ κανεὶς εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, σπουδάζει νὰ κάμῃ, καθὼς εἶπαν οἱ Πατέρες· καὶ ὅταν μὲν κάθεται εἰς τὸ κελλίον, εὔχεται, μελετᾷ, κάμνει μικρὸν ἐργόχειρον, φροντίζει, ὅσον εἶναι τῆς δυνάμεώς του, διὰ τοὺς λογισμούς. Ὅταν δὲ πάλιν πηγένη πουθενὰ, πρέπει νὰ στοχάζεται, καὶ νὰ βλέπῃ τὴν κατάστασίν του, ἐὰν ὠφελεῖται ἀπὸ τῆς συνομιλίας τῶν ἀδελφῶν, ἢ ὄχι, καὶ ἐὰν ἠμπορεῖ νὰ γυρίσῃ εἰς τὸ κελλίον του χορὶς νὰ βλαπτῇ τίποτε· εἰδὲ ἰδῇ τοῦ λόγου του, ὅτι ἐβλάπτηκεν εἰς τίποτες, μανθάνει τὴν ἀσθένειάν του, καταλαμβάνει, ὅτι ἀκόμι δὲν ἀπόκτησε τίποτες ἀπὸ τὴν ἡσυχίαν, καὶ γυρίζει τεταπεινωμένος εἰς τὸ κελλίον του, κλαίωντας καὶ μετανοῶντας, καὶ παρακαλῶντας τὸν Θεὸν διὰ τὴν ἀσθένειάν του· καὶ ἔτζη λοιπὸν καθέζεται καὶ προσέχει τοῦ λόγου του.
Εἶτα πάλιν ἔρχεται πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ βλέπει τοῦ λόγου του, εἰ ἔμεινε νικώμενος εἰς τὰ πρῶτα, ἢ εἰς ἄλλα καὶ ἔτζη πάλιν γυρίζει εἰς τὸ κελλίον του, καὶ κάμνει ὁμοίως ὡς τὸ πρῶτον κλαίει, μετανοεῖ, καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸν περὶ τῆς ἀσθενείας του, διότι τὸ κελλίον τὸν ὑψώνει, οἱ δὲ ἄνθρωποι τὸν δοκιμάζουν. Εἰς τόσον ὅτι καλὰ εἶπαν οἱ Πατέρες, ὅτι τὸ νὰ καὶ θέσῃ εἰς τὸ κελλίον, εἶναι ἥμισυ, καὶ τὸ νὰ πηγένῃ κανεὶς εἰς τοὺς Γέροντας, εἶναι ἥμισυ. Καὶ ἐσεῖς λοιπὸν, ὅταν πηγένεται ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, ἀδελφοί, κάμνει χρεία νὰ ἠξεύρετε, διατί εὐγήκετε ἀπὸ τὸ κελλίον. Καὶ μὴν πηγένετε ἔτζη μόνον ἁπλῶς, καὶ ὡς ἔτυχε πώποτε, διότι ἐκεῖνος, ὁποῦ περιπατεῖ ἄσκοπα, μόνον τοῦ κακοῦ κοπιάζει, καθὼς εἶπαν οἱ Πατέρες.
Κάθ’ ἕνας λοιπὸν, ὁποῦ κάμνει τίποτες πρᾶγμα, κάμνει χρεία νὰ ἔχῃ καὶ σκοπὸν, καὶ νὰ ἠξεύρῃ διατί τὸ κάμνει. Ποῖος εἶναι λοιπὸν ὁ σκοπός, ὁποῦ κάμνει χρεία νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς; Ὅταν πηγένωμεν ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον, πρῶτον νὰ πηγένωμεν διὰ ἀγάπην, διότι λέγει, εἶδες τὸν ἀδελφόν σου; εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου· δεύτερον, διὰ νὰ ἀκούσωμεν λόγον Θεοῦ, διότι πάντα εἰς τὸ πλῆθος περισσότερον κινεῖται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, διότι ἐκεῖνο ὁποῦ δὲν ἠξεύρει ὁ ἕνας, πολλάκις τὸ ἠξεύρει ἄλλος, καὶ τὸν ἐρωτᾷ ἔπειτα καὶ διὰ νὰ μάθη, καθὼς τὸ ἐπροεῖπα, τὴν κατάστασίν του ἤγουν ὡσὰν νὰ εἰποῦμεν, πηγενάμενος χάριν λόγου διὰ νὰ φάγῃ μετ’ ἐκείνους ὁποῦ εὑρεθοῦν ἐκεῖ, στοχάζεται τοῦ λόγου του καὶ βλέπει, ἐὰν βαλθῇ φαγὶ καλὸν καὶ τοῦ ἀρέσει, ἂν ἠμπορεῖ νὰ ἐγκρατευθῇ καὶ νὰ μὴν πάρῃ ἀπ’ αὐτό. Ἐὰν σπουδάζῃ νὰ μὴν πλεονεκτήσῃ τὸν ἀδελφόν του, καὶ λάβῃ περισσότερον ἢ ἂν βαλθῇ τίποτε δικονημένον, καὶ σπουδάζει νὰ μὴν πάρῃ τὴν μεγαλητέρην μοίραν, καὶ ἀφήσει τοῦ ἀδελφοῦ του τὴν μικροτέρην. Τυχένει δὲ καμίαν φοράν, ὅτι ξεδιαντρέπεται κανεὶς καὶ ἁπλώνει καὶ τὸ χέρι του, καὶ σπρόχνει τὸ μικρότερον μέρος πρὸς τὸν ἀδελφόν του, καὶ πέρνει τὸ μεγάλον πρὸς τοῦ λόγου του. Ἄραγε, τί θέλει νὰ εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ μεγαλητέρου μέρους πρὸς τὸ μικρότερον; πόσον θέλει νὰ εἶναι ἀνάμεσα εἰς τὰς δύο μοίρας; ὅτι διὰ τοιαῦτα παραμικρὰ πράγματα, εὑρίσκεται κανεὶς πῶς πλεονεκτᾷ τὸν ἀδελφόν του, καὶ ἁμαρτάνει.
Πάλιν στοχάζεται, ἂν ἠμπορῇ νὰ κρατήσῃ τοῦ λόγου του ἀπὸ πολλὰ φαγητά, καὶ νὰ μὴ δοθῇ εἰς πολυφαγίαν, ἔστωντας νὰ εὕρῃ πολλὰ φαγητὰ, καὶ θελήσει να χορτάσῃ. Στοχάζεται, ἂν φυλάγεται ἀπὸ τὴν παῤῥησίαν, νὰ μὴν βλέπῃ τὸν ἀδελφόν του προτιμώμενον περισσότερον ἀπ’ αὐτὸν καὶ σκανδαλίζεται. Νὰ μὴν βλέπῃ ἄλλον, ὁποῦ παῤῥησιάζεται μὲ ἄλλον, ἡ λαλεῖ πολλὰ, ἢ κάμνει ἄλλο τίποτες ἄπρεπον, καὶ τὸν κατακρίνει· ἢ ἂν δὲν τοῦ μέλει, οὔτε τὸν στοχάζεται ἐκεῖνον, ἀλλὰ μάλιστα τοὺς εὐλαβεῖς καὶ σπουδαίους στοχάζεται, καὶ σπουδάζει νὰ κάμῃ, καθὼς λέγουν περὶ τοῦ Ἀββᾶ Ἀντωνίου, ὅτι, ὅταν ἐπήγενε προς τινὰς ἀδελφοὺς, εἴτι καλὸν ἔβλεπεν, ὁποῦ εἶχε κάθ’ ἕνας ἀπ’ ἐκείνους, ἐκεῖνο ἔπερνε καὶ ἐκράτει· ἑνὸς μὲν τὸ πρᾷον, καὶ τοῦ ἄλλου τὸ ταπεινὸν, τοῦ δὲ ἄλλου τὸ ἥσυχον, καὶ εὑρίσκετον αὐτὸς, ὅτι εἶχεν ὅλων τῶν ἄλλων τὰς ἀρετὰς εἰς τοῦ λόγου του. Ἔτζη λοιπόν πρέπει νὰ κάμνωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ διὰ ταῦτα νὰ πηγένωμεν ἔξω· καὶ ὅταν γυρίζωμεν εἰς τὰ κελλία μας, νὰ ἐξετάζωμεν τοῦ λόγου μας, διὰ νὰ ἰδοῦμεν εἰς τί ὠφελήθημεν, ἢ εἰς τί ἐβλάφθημεν. Καὶ εἰς ὅσα εὑρίσκομεν, ὅτι ἐφυλάχθημεν, νὰ εὐχαριστοῦμεν τὸν Θεὸν, ὁποῦ μᾶς ἐφύλαξε χωρὶς βλάβην· εἰς ὅσα δὲ ἐσφάλαμεν, νὰ μετανοήσωμεν, νὰ κλαύσωμεν, καὶ νὰ θρηνήσωμεν τὴν κατάστασίν μας, διότι κάθ’ ἕνας ἀπὸ τὴν κατάστασίν του βλάπτεται, ἢ ὠφελεῖται, ἀμὴ κανεὶς δὲν βλάπτει τινά. Ἀλλὰ, ἐὰν βλαβῶμεν, ἀπὸ τὴν κατάστασίν μας βλαπτόμεσθεν, καθὼς εἶπα· διότι ἠμποροῦμεν, καθὼς σᾶς τὸ εἶπα πολλάκις, ἀπὸ κάθε πρᾶγμα, ἐὰν θέλωμεν, καὶ νὰ ὠφεληθοῦμεν καὶ νὰ βλαφθοῦμεν. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ παράδειγμα, διὰ νὰ καταλάβετε ὅτι ἔτζη εἶναι. Τυχένει καμίαν φορὰν νὰ στέκῃ κανεὶς εἰς ἕνα τόπον, δὲν λέγω διὰ καλόγερον, ἀλλὰ διὰ ὅποιον τύχῃ ἀπὸ τὴν πόλιν, καὶ περνοῦν ἀπὸ σιμά του τρεῖς ἄνθρωποι· καὶ ὁ μὲν ἕνας λέγει, ὅτι κάποιον ἀπαντέχει, νὰ πηγένῃ νὰ πορνεύσῃ· ὁ δὲ ἄλλος λογίζεται, ὅτι εἶναι κλέπτης· ὁ δὲ ἄλλος λογίζεται ὅτι κανένας φίλος του τὸν ἐκάλεσεν ἀπὸ τὰ σπήτια, ὁποῦ εἶναι ἐκεῖ σιμά, καὶ τὸν ἀπαντυχένει νὰ πηγένουν νὰ προσευχηθοῦν εἰς καμίαν ἐκκλησίαν. Ἰδοὺ καὶ οἱ τρεῖς τὸν αὐτὸν ἄνθρωπον εἶδαν, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅμως δὲν ἐλογίσθηκαν καὶ οἱ τρεῖς τὸν αὐτὸν λογισμόν, ἀλλὰ ὁ ἕνας μὲν ἐνθυμήθῃ τοῦτο, ὁ δὲ ἄλλος ἐκεῖνο, καὶ ἄλλος ἄλλο. Φανερὸν εἶναι, ὅτι κάθ’ ἕνας, κατὰ τὴν κατάστασίν του· διότι, καθὼς τὰ σώματα, ὁποῦ εἶναι μελαγχολικὰ, εἴτι φαγὶ καὶ ἂν λάβουν, τὸ μεταγυρίζουν εἰς κακοχυμίαν, ἂν εἶναι καὶ ὠφέλιμον τὸ φαγὶ, καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ φαγὶ ἡ αἰτία, ἀλλὰ τὸ σῶμα εἶναι κακῆς κράσεως, καὶ ἐξ’ ἀνάγκης λοιπὸν ἐργάζεται καὶ μεταγυρίζει τὰ φαγητὰ κατὰ τῆν κράσιν του· ἔτζη καὶ ἡ ψυχὴ, ὁποῦ ἔχει κακὴν συνήθειαν, ἀπὸ κάθε πρᾶγμα βλάπτεται. Ὡσὰν νὰ εἰποῦμεν, νὰ εἶναι ἕνα ἀγγεῖον γεμάτον μέλι, καὶ νὰ βάλλῃ κανεὶς εἰς αὐτὸ πικρὰν ἀψινθίαν, ἐκεῖνο τὸ ὀλίγον δὲν ἀφανίζει ὅλον τὸ μέλι τοῦ ἀγγείου ἐκείνου καὶ τὸ κάμνει πικρόν; Ἔτζη κάμνομεν καὶ ἡμεῖς, εὐγάνομεν ὀλίγον ἀπὸ τὴν πικρίαν μας, καὶ ἀφανίζομεν τὸ καλὸν τοῦ γειτόνου μας, λογιάζοντες αὐτὸ κατὰ τὴν κατάστασιν καὶ κακήν μας συνήθειαν. Ἀμὴ ἐκεῖνοι, ὁποῦ ἔχουν καλὴν συνήθειαν, εὑρίσκονται ὡσὰν ἐκεῖνον ὁποῦ εἶναι καλῆς κράσεως, καὶ εἴτι βλαβερὸν, καὶ ἂν φάγῃ, τὸ μεταγυρίζει εἰς καλοχυμίαν, κατὰ τὴν κράσιν του. Καὶ δὲν τὸν βλάβει οὔτε τὸ κακὸν φαγὶ ἐκεῖνο· ἐπειδὴ, καθὼς εἶπα, εἶναι καλῆς κράσεως τὸ κορμί του, καὶ κατὰ τὴν κράσιν του κάμνει καὶ τὸ φαγί. Καὶ καθὼς εἶπαμεν διὰ τὸν πρῶτον, ὅτι, κατὰ τὴν κακήν του κράσιν, μεταγυρίζει καὶ τὸ καλὸν φαγὶ εἰς κακοχυμίαν, ἔτζη καὶ οὗτος, κατὰ τὴν καλὴν κράσιν τοῦ κορμίου του, μεταγυρίζει καὶ τὸ βλαβερὸν φαγὶ εἰς καλοχυμίαν. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ παράδειγμα νὰ τὸ καταλάβετε. Ὁ χοῖρος ἔχει πολλὰ εὔχυμον σῶμα, ἡ δὲ τροφή του εἶναι κεράτια, καὶ κόκαλα φοινίκων, καὶ λάσπη καὶ ὅμως, ἐπειδὴ τὸ σῶμά του εἶναι καλόχυμον, καὶ καλῆς κράσεως, ταύτην τὴν βλαβερὴν τροφὴν τὴν μεταγυρίζει εἰς καλοχυμίαν. Ἔτζη καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἔχωμεν καλὴν κατάστασιν καὶ συνήθειαν, ἠμποροῦμεν καθὼς τὸ ἐπροεῖπα, ἀπὸ κάθε ποᾶγμα νὰ ὠφεληθοῦμεν, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὠφέλιμον. Καὶ καλὰ λέγει ἡ Παροιμία, «ὁ βλέπων λεῖα, ἤγουν ἥμερα, ἐλεηθήσεται.» Καὶ πάλιν ἀλλοῦ λέγει, «πάντα ἐναντία ἀνδρὶ ἄφρονι.»
Ἤκουσα διὰ κάποιον ἀδελφὸν, ὅτι ὅταν ἐπήγενεν εἰς κανένα ἀδελφὸν, ἐὰν ἐβλεπε τὸ κελλίον ἄπαστρον καὶ ἀφιλοκάλητον, ἔλεγεν εἰς τοῦ λόγου του καλότυχος εἶναι ὁ ἀδελφὸς οὗτος, ὅτι ἀμερίμνησε ἀπὸ ὅλα τὰ γήινα, καὶ τόσον ὕψωσε τὸν νοῦν του ἀπάνω, ὅτι δὲν ἀδιάζει οὐδὲ τὸ κελλίον του νὰ παστρέψῃ. Καὶ πάλιν, ἂν ἐπήγενεν εἰς ἄλλον, καὶ ἐβλεπε τὸ κελλίον του παστρεμένον, καθαρὸν καὶ φιλοκαλημένον, ἔλεγε πάλιν πρὸς τοῦ λόγου του καθὼς εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ ἀδελφοῦ τούτου καθαρὰ, ἔτζη εἶναι καὶ τὸ κελλίον του καθαρὸν, καὶ κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς ψυχῆς του εἶναι καὶ ἡ κατάστασις τοῦ κελλίον του. Καὶ ποτέ του δὲν ἔλεγε διὰ τινά, ὅτι οὗτος εἶναι ἄπαστρος, ἢ ἐκεῖνος εἶναι καλλωπιστὴς καὶ παστρικὸς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν καλήν του κατάστασιν ὠφελεῖτον ἀπὸ κάθ᾽ ἕναν. Ὁ Θεὸς ὁ ἀγαθὸς νὰ μᾶς δώσοι καὶ ἡμᾶς καλὴν κατάστασιν, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὠφελούμεσθεν ἀπὸ κάθε πράγμα, καὶ νὰ μὴν λογιάσωμεν ποτὲ τὴν κακίαν τοῦ γειτόνου. Εἰδὲ καὶ λογιάσωμεν, καὶ ὑπονοιάσωμεν ἀπὸ τὴν κακίαν μας, νὰ μεταγυρίσωμεν παρευθὺς τὸν λογισμόν μας εἰς καλὴν νόησιν· διότι, τὸ νὰ μὴν ἠξεύρωμεν τὴν κακίαν τοῦ γειτόνου, γεννᾶ τὴν ἀγαθότητα μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ. ᾯ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας. Αμήν.