Το κοντραμπάσο (θεατρικό έργο)

θεατρικό έργο του Πάτρικ Ζίσκιντ

Το κοντραμπάσο (γερμανικά: Der Kontrabaß) είναι μονόπρακτο θεατρικό έργο του Πάτρικ Ζίσκιντ που έκανε πρεμιέρα στο Μόναχο το 1981. Με πάνω από 500 παραστάσεις, ήταν το έργο με τις περισσότερες παραστάσεις στη γερμανόφωνη θεατρική σκηνή κατά τη διάρκεια της σεζόν 1984/85. Το έργο έχει μεταφραστεί σε 28 γλώσσες και ανεβαίνει με επιτυχία σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές σκηνές τις επόμενες δεκαετίες και μέχρι την εποχή μας.[1] [2]

Το κοντραμπάσο
ΣυγγραφέαςΠάτρικ Ζίσκιντ
ΤίτλοςDer Kontrabass
ΓλώσσαΓερμανικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1984
Μορφήθεατρικό έργο
μονόπρακτο
LC ClassOL8268775W
 ID414133

Ο κωμικοτραγικός μονόλογος μας μεταφέρει στον απομονωμένο κόσμο ενός κοντραμπασίστα που βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στον αυτοοικτιρμό, τη μεγαλομανία, τον ανεκπλήρωτο έρωτα και τη σχέση αγάπης-μίσους με το όργανό του. Μέσα από τις εξομολογήσεις του - με πικρό χιούμορ και αυτοσαρκασμό - ανοίγεται μια άβυσσος απελπισίας και καταπιεσμένης οργής. Είναι μια κοινωνική ανάλυση που προσεγγίζει τα θέματα της απομόνωσης, της μοναξιάς και της απεγνωσμένης αναζήτησης αναγνώρισης σε έναν κόσμο που συχνά παραβλέπει το άτομο.[3]

Το έργο αποτελείται από τον εκτενή μονόλογο ενός περίπου 35χρονου κοντραμπασίστα, μέλους της κρατικής ορχήστρας, ο οποίος, πίνοντας μπύρα, απευθύνεται στο κοινό από το μικρό ηχομονωμένο διαμέρισμά του, ερμητικά απομονωμένο από τον έξω κόσμο, εκφωνώντας μια εγκωμιαστική διάλεξη για τις αρετές του οργάνου του. Αρχικά επαινεί το κοντραμπάσο και τη σημασία του στην ορχήστρα, λέγοντας ανέκδοτα για την ιστορία του και παίζοντας το όργανο. Οι αρχικοί του έπαινοι, ωστόσο, σύντομα γίνονται ολοένα και πιο αντιφατικοί και τελικά καταλήγουν στο αντίθετο: αναφερόμενος στο παρελθόν και το παρόν του, αποκαλύπτεται ένας πικραμένος, μοναχικός, εσωστρεφής, αντικοινωνικός τύπος, ένας μέτριου ταλέντου μουσικός που απεχθάνεται το όργανο και το επάγγελμά του με όλη του την καρδιά, που μισεί τον Μότσαρτ και τον Βάγκνερ και, από εκδίκηση του αρέσει να αποκρύπτει μερικές από τις νότες τους στις συναυλίες. Θεωρεί τους μαέστρους υπερεκτιμημένους, ακόμη και περιττούς. Μετά από κάθε παράσταση, προσπαθεί να συνέλθει από την κακοδιαθεσία και την απογοήτευσή του με άφθονη μπύρα. [4]

Από παράσταση του 2025

Τα μόνα θετικά του συναισθήματα, τα εστιάζει σχεδόν μανιακά στη νεαρή σοπράνο Σάρα. Δεν τόλμησε ποτέ να της μιλήσει, αλλά ο έρωτάς του γι' αυτήν κρυφοκαίει εδώ και χρόνια. Όταν εκείνη βρίσκεται στη σκηνή, παίζει πάντα άψογα, εντυπωσιακά όμορφα. Ωστόσο, εκείνη «φυσικά δεν τον παρατηρεί» ούτε αυτόν ούτε τις προσπάθειές του.

Ίσως αυτό να αλλάξει απόψε: Καθώς βγάζει τα καθημερινά του ρούχα και ντύνεται για την αποψινή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Ρήνου υπό τη διεύθυνση του Κάρλο Μαρία Τζουλίνι, αναρωτιέται τι θα συνέβαινε αν, αυτή τη φορά, φώναζε δυνατά το όνομα «Σάρα!» στο κοινό αμέσως πριν μπει η ορχήστρα. Αποχαιρετά, σβήνει τα φώτα και φεύγει για την παράσταση. Το αν θα πραγματοποιήσει τη σκέψη του παραμένει ανοιχτό.

Παραδείγματα μουσικής

Επεξεργασία

Για να επεξηγήσει τις παρατηρήσεις του, ο κοντραμπασίστας παραθέτει μερικά παραδείγματα από τη μουσική βιβλιογραφία σε ηχογραφήσεις. Αυτά είναι:

Μετάφραση στα ελληνικά

Επεξεργασία
  • Το κοντραμπάσο, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ψυχογιός, 2007 [5]

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. . «escapemedia.gr/orizontes-texnis/Το Κοντραμπάσο, Πάτρικ Ζίσκιντ».
  2. . «ebdomi.com/politismos/Το Κοντραμπάσο, του Πάτρικ Ζίσκιντ».
  3. . «grin.com/Süskind, Patrick - Der Kontrabass - Sein Erfolg auf deutschen Bühnen».
  4. . «dieterwunderlich.de/Suskind_kontrabass».
  5. . «protoporia.gr/ziskint-patrik-to-kontrampaso».