Σταυροφορική βούλα
Ο όρος σταυροφορική βούλα (λατινικά: bulla cruciata) χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλες αυτές τις Παπικές βούλες οι οποίες παρείχαν προνόμια – μεταξύ των οποίων και συγχωροχάρτια – σε όσους συμμετείχαν στις Σταυροφορίες εναντίον των απίστων.[1][2] Μια βούλα είναι επίσημο έγγραφο εκδιδόμενο από τον πάπα, σφραγισμένο με μολύβδινη σφραγίδα (bulla). Όλες οι σταυροφορικές βούλες συντάσσονταν στα λατινικά. Όσες κήρυσσαν μια νέα γενική σταυροφορία ήταν εγκύκλιοι απευθυνόμενες σε όλους τους αρχιεπισκόπους της Λατινικής Εκκλησίας.[3]
Ωστόσο, οι βούλες δεν ήταν το μοναδικό μέσο με το οποίο οι πάπες οργάνωναν τις σταυροφορίες. Πολλοί τύποι παπικών επιστολών χωρίς συνημμένη μολύβδινη σφραγίδα χρησιμοποιήθηκαν για να διευθετήσουν, να καθοδηγήσουν και να κατευθύνουν τις σταυροφορικές ενέργειες. Οι βούλες που εκδίδονταν για την Ανακατάκταση της Ιβηρικής Χερσόνησου εξελίχθηκαν με τον καιρό σε κάτι διαφορετικό. Στη νεότερη περίοδο, η «βούλα της σταυροφορίας» (ισπανικά: bula de la cruzada, πορτογαλικά: bula da cruzada) χρησιμοποιήθηκε από τους Ισπανούς και Πορτογάλους μονάρχες ως μέσο συγκέντρωσης χρημάτων μέσω δωρεών για διάφορα έργα — όχι απαραίτητα στρατιωτικού χαρακτήρα. Το σύστημα αυτό καταργήθηκε οριστικά το 1966.[4]
Πρώιμα προνόμια
ΕπεξεργασίαΠρονόμια για δίκαιους πολέμους εναντίον απίστων υπήρχαν ήδη πολύ πριν από την πρώτη επίσημη σταυροφορική βούλα. Το 1063, ο πάπας Αλέξανδρος Β΄ χορήγησε προνόμια σε όσους συμμετείχαν στις εκστρατείες ανακατάκτησης εναντίων των μουσουλμάνων της οποίας ο αρχηγός ήταν ο βασιλιάς Ραμίρο Α΄ της Αραγωνίας.[1] Ο Ουρβανός Β΄ έκανε παρόμοιες παραχωρήσεις στους κόμητες Ραϋμόνδος Βερεγγάριος Γ΄ της Βαρκελώνης και Ερμενγκόλ Δ΄ του Ουρζέλ το 1089, κατά την επανακατάκτηση της Ταρραγόνα.[2]
Ο Ουρβανός Β΄ πιθανότατα επηρεάστηκε από αυτές τις παραχωρήσεις όταν προσέφερε συγχωροχάρτι σε όσους θα συμμετείχαν στην Α΄ Σταυροφορία το 1095. Ο Κάλλιστος Β΄ ανανέωσε την άφεση του Ουρβανού για τους σταυροφόρους στη Πρώτη Σύνοδο του Λατερανού το 1123.[1] Δεν είχαν όμως όλες οι πρώιμες σταυροφορίες παπική έγκριση: η σταυροφορία του 1129 οργανώθηκε από κοσμικούς ηγεμόνες και δεν διέθετε παπική εξουσιοδότηση, αλλά παρ’ όλα αυτά θεωρήθηκε εκείνη την εποχή κανονική σταυροφορία όπως όλες οι άλλες.[3]
Ιστορία
ΕπεξεργασίαΑγίοι Τόποι
ΕπεξεργασίαΗ πρώτη πραγματική σταυροφορική βούλα ήταν η Quantum praedecessores, η οποία εκδόθηκε από τον Ευγένιο Γ΄ το 1145 για τη Β΄ Σταυροφορία.[5] Αποτελεί το πρότυπο για όλες τις μεταγενέστερες βούλες. Ο Γρηγόριος Η΄ κήρυξε την Γ΄ Σταυροφορία το 1187 με τη βούλα Audita tremendi.[6] Η Δ΄ Σταυροφορία προέκυψε από δύο βούλες του Ιννοκέντιου Γ΄ το 1198 και το 1199, που εισήγαγαν νέους τρόπους συγκέντρωσης πόρων. Το 1213 ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ εξέδωσε τη Quia maior, η οποία εγκαινίασε την Ε΄ Σταυροφορία.[7] Το 1245, ο Ιννοκέντιος Δ΄ εξέδωσε την Terra Sancta Christi, που πυροδότησε την Ζ΄ Σταυροφορία. Μέχρι τον 13ο αιώνα, η παπική βούλα είχε καταστεί το βασικό χαρακτηριστικό μιας «αληθινής» σταυροφορίας. Οι κανονολόγοι δεν θεωρούσαν δεσμευτικούς τους όρκους που δίνονταν για μη εξουσιοδοτημένες εκστρατείες (τις λεγόμενες «λαϊκές σταυροφορίες»).[3]
Ιβηρική χερσόνησος
Επεξεργασία
Το 1118 ο Γελάσιος Β΄ ανανέωσε το προνόμιο του Ουρβανού Β΄ προς τον Αλφόνσο τον Μαχητή, όταν αυτός ανέλαβε την ανακατάκτηση της Σαραγόσα.[2] Τα προνόμια αυτά ανανεώθηκαν εκ νέου από τον Κάλλιστο Β΄ (περ. 1123), τον Ευγένιο Γ΄ (1152) και τον Ιννοκέντιο Γ΄ (1212).[1]
Το 1197, ο Κελεστίνος Γ΄ εξέδωσε τη Cum auctores et factores, την πρώτη σταυροφορική βούλα που απευθυνόταν στην Πορτογαλία· με αυτήν παρείχε συγχωροχάρτια σε όσους πολεμούσαν τον αφορισμένο Αλφόνσο Θ΄ του Λεόν για τη συμμαχία του με τους Αλμοάδες.[8] Ο Κλήμης Δ΄ το 1265 εξέδωσε μια γενική βούλα για όλη την Ισπανία, όταν οι βασιλείς της Αραγωνίας και της Καστίλης ενώθηκαν στην εκστρατεία κατά της Μούρθια. Με τον καιρό, αυτές οι παπικές παραχωρήσεις έγιναν όλο και συχνότερες. Μόνο κατά την περίοδο των Καθολικών Μοναρχών εκδόθηκαν το 1478, 1479, 1481, 1482, 1485, 1494, 1503 και το 1505 και συνεχίστηκαν και στις επόμενες βασιλείες, με την παραχώρηση του Γρηγόριου ΙΓ΄ το 1573 να ανανεώνεται από τους διαδόχους του.
Τα ελεημοσύνα που κατέθεταν οι πιστοί χάρη στη βούλα —τα οποία αρχικά προορίζονταν αποκλειστικά για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των μουσουλμάνων— χρησιμοποιήθηκαν αργότερα για την ανέγερση και επισκευή εκκλησιών και άλλα ευσεβή έργα, ενίοτε δε και για τις ανάγκες του κράτους. Τα Κορτές του Βαγιαδολίδ (1523) και της Μαδρίτης (1592) ζήτησαν τα χρήματα αυτά να μην χρησιμοποιούνται για άλλο σκοπό πέρα από αυτόν που όριζε η πρόθεση των δωρητών. Παρά τα μέτρα του Φιλίππου Γ΄ για να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό, η κατάχρηση συνεχίστηκε. Για παράδειγμα, τη δεκαετία του 1740, ο διοικητής του Οράν (τότε ισπανικό προγεφύρωμα στην Αλγερία) ζητούσε επίμονα τα έξοδα για την αγορά και συντήρηση δρομεδαρίων για το Βασιλικό Ανάκτορο του Αρανχουέθ να καλύπτονται από διαφορετική πηγή, παρότι η βούλα συντηρούσε την ισπανική παρουσία στην περιοχή.[9] Μετά το 1847, τα έσοδα από αυτόν τον θεσμό διατέθηκαν για την ενίσχυση των εκκλησιών και του κλήρου, και αυτή η διάταξη επικυρώθηκε με νόμο το 1849 και στη Συνθήκη (Κονκορδάτο) του 1851.
Με βάση τις παραχωρήσεις της βούλας, οι πιστοί των ισπανικών βασιλείων που τηρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις μπορούσαν να λάβουν την πλήρη άφεση που δινόταν σε όσους πολεμούσαν για την ανακατάκτηση των Αγίων Τόπων ή σε όσους μετέβαιναν στη Ρώμη κατά το Ιωβηλαίο, υπό την προϋπόθεση ότι εξομολογούνταν και κοινωνούσαν. Είχαν επίσης δικαίωμα να λαμβάνουν δύο φορές άφεση αμαρτιών και ποινών που κανονικά υπάγονταν αποκλειστικά στην Αγία Έδρα ή στον τοπικό επίσκοπο, εκτός από δημόσια αίρεση — και άλλες σχετικές με κληρικούς. Επίσης επιτρεπόταν η μετατροπή όρκων δύσκολων ή αδύνατων να τηρηθούν, εκτός αν η αθέτησή τους ζημίωνε τρίτους· ακόμη και απλών όρκων περί σωφροσύνης, μοναχικής επαγγελίας ή προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους. Όσοι επισκέπτονταν πέντε εκκλησίες ή πέντε φορές τον ίδιο ναό και προσεύχονταν για τους σκοπούς της Σταυροφορίας, αποκτούσαν την ίδια άφεση με όσους επισκέπτονταν τους ιερούς σταθμούς στη Ρώμη. Η βούλα επίσης επέτρεπε στους πιστούς των ισπανικών χωρών να τρώνε κρέας όλες τις ημέρες της Σαρακοστής και άλλων ημερών νηστείας και αποχής, εκτός από την Καθαρά Δευτέρα, τις Παρασκευές της Σαρακοστής, τις τελευταίες τέσσερις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, και τις παραμονές των εορτών των Χριστουγέννων, της Πεντηκοστής, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και των Αγίων Πέτρου και Παύλου.[2]
Βόρειες Σταυροφορίες
ΕπεξεργασίαΗ βούλα Non parum animus noster («Η ψυχή μας είναι βαθιά ταραγμένη») που εξέδωσε ο Αλέξανδρος Γ΄ το 1171 ή 1172, ήταν καθοριστική για την προώθηση των Βόρειων Σταυροφοριών κατά των τότε παγανιστικών λαών της Εσθονίας και της Φινλανδίας.[10][11] Με τη βούλα αυτή ο Αλέξανδρος Γ΄ υποσχέθηκε άφεση αμαρτιών και ένα έτος άρσης ποινών για όσους πολεμούσαν τους ειδωλολάτρες. Όσοι πέθαιναν σε αυτή τη σταυροφορία λάμβαναν πλήρη άφεση.[12]
Παραπομπές
Επεξεργασία- 1 2 3 4 M. W. Baldwin (2003), Bulla cruciata, 2 (2nd έκδοση), Gale, σελ. 688, https://cvdvn.files.wordpress.com/2018/05/new-catholic-encyclopedia-vol-2.pdf.
- 1 2 3 4 Eduardo de Hinojosa y Naveros (1908). "Bull of the Crusade". In Herbermann, Charles (ed.). Catholic Encyclopedia. 4. New York: Robert Appleton Company.
- 1 2 3 Alfred J. Andrea (2003), Bull, Papal, Greenwood Press, σελ. 44–45, ISBN 0313316597, https://archive.org/details/encyclopediaofcr0000andr/page/44.
- ↑ Christopher T. Maier (2006), Alan V. Murray, επιμ., Papal Letters, 3, ABC-CLIO, σελ. 931–932.
- ↑ Ferzoco, George (1992). The Origin of the Second Crusade. In Michael Gervers (ed.), The Second Crusade and the Cistercians. St. Martin's Press.
- ↑ Thomas W. Smith (2018). Audita Tremendi and the Call for the Third Crusade Reconsidered, 1187–1188. Viator. 49 (3): 63–101.
- ↑ Smith, Thomas W. (2019). "How to craft a crusade call: Pope Innocent III and Quia maior (1213)". Historical Research. 92(255): 2–2
- ↑ José Caldas (1923), História da origem e estabelecimento da Bula de Cruzada em Portugal, desde a sua introdução no reino em 1179, até à data da última reforma do seu estatuto orgânico em 20 de Setembro de 1851, Coimbra: Coimbra Editora.
- ↑ Carlos Gómez-Centurión Jiménez (2008), «Exóticos pero útiles: los camellos reales de Aranjuez durante el siglo XVIII», Cuadernos Dieciochistas (9): 155–180, ISSN 1576-7914, https://gredos.usal.es/bitstream/handle/10366/79244/Exoticos_pero_utiles_los_camellos_reales.pdf;sequence=1, ανακτήθηκε στις 19 July 2022.
- ↑ Pope Alexander III· Curtin, D. P. (Μαΐου 2008). Non Parum Animus Noster. ISBN 9798869282217.
- ↑ Eric Christiansen, The Northern Crusades (London: Penguin, 1997), p. 71.
- ↑ Iben Fonnesberg-Schmidt, The Popes and the Baltic Crusades: 1147-1254 (Brill, 2007), p. 59.
Περαιτέρω ανάγνωση
Επεξεργασία- Gaztambide, J.G. Historia de la Bula de la Cruzada en España. Vitoria, 1958. (στα ισπανικά)