Νόμος περί Μείζονος Αμβούργου
Ο Νόμος περί Μείζονος Αμβούργου και Άλλων Εδαφικών Προσαρμογών (γερμ. Gesetz über Groß-Hamburg und andere Gebietsbereinigungen) ήταν νόμος που θεσπίστηκε από την κυβέρνηση του Χίτλερ στις 26 Ιανουαρίου 1937, με ισχύ από την 1η Απριλίου 1937, ο οποίος επέκτεινε την υπάρχουσα επικράτεια του Αμβούργου ώστε να συμπεριλάβει οικονομικά σημαντικές περιοχές από γειτονικές πρωσικές περιφέρειες και ανεξάρτητες πόλεις. Αυτές περιλάμβαναν τις πόλεις Άλτονα και Βάντσμπεκ στην επαρχία του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, καθώς και το Χάρμπουργκ-Βίλχελμσμπουργκ στην επαρχία του Ανόβερου, το οποίο έγινε μέρος του ενιαίου δήμου του Αμβούργου την 1η Απριλίου 1938 και, μαζί με την πόλη Μπέργκεντορφ του Αμβούργου, έχασαν την ανεξαρτησία τους. Σε αντάλλαγμα, το Αμβούργο παραχώρησε στην Πρωσία κυρίως την επικράτεια του Ρίτσεμπιτελ, τη νήσο Νόιβερκ, την πόλη του Κουξχάφεν, καθώς και άλλες μικρότερες περιοχές. Ως αποτέλεσμα, η έκταση του Αμβούργου αυξήθηκε κατά 80% και ο πληθυσμός του κατά 41%.[1] Κύρια στόχευση του νόμου ήταν η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης, και πράγματι στο Μείζον Αμβούργο που δημιουργήθηκε βρισκόταν το ένα τρίτο της βιομηχανίας αλιείας, το ένα τέταρτο της ναυπηγικής δραστηριότητας και το ένα πέμπτο της βιομηχανίας ορυκτέλαιων του Τρίτου Ράιχ.[1]
Ο νόμος ρύθμιζε επίσης μια σειρά από άλλες εδαφικές αλλαγές, κυρίως στη βόρεια Γερμανία. Το Λύμπεκ έχασε την εδαφική του ανεξαρτησία και έγινε μέρος της πρωσικής επαρχίας του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν. Ορισμένοι θύλακες στην παραμεθόρια περιοχή μεταξύ Μεκλεμβούργου και Πρωσίας καταργήθηκαν. Το ελεύθερο κρατίδιο του Όλντενμπουργκ παραχώρησε την επικράτειά του στην επαρχία του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν και η πρωσική πόλη Βιλχελμσχάφεν έγινε μέρος του Όλντενμπουργκ.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έγιναν προσπάθειες αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων του νόμου, αλλά οι περισσότερες από αυτές δεν εφαρμόστηκαν. Μόνο η Συνθήκη του Κουξχάφεν του 1961 οδήγησε σε ανταλλαγή γης μεταξύ του Αμβούργου και της Κάτω Σαξονίας. Υπάρχουν, ωστόσο, μέχρι σήμερα εκκλήσεις από τοπικά κινήματα για μεγαλύτερη αυτονομία ή και ανεξαρτησία των περιφερειών.