Νευροεπιστήμη και πρώιμη παιδική ηλικία

Η νευροεπιστήμη είναι η επιστημονική μελέτη του νευρικού συστήματος. [1] Η νευροεπιστήμη αφορά τη δομή, τη λειτουργία και την ανάπτυξη ολόκληρου του νευρικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του εγκεφάλου. [1] Σχετικά με την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη στην πρώιμη παιδική ηλικία, η νευροεπιστήμη θεωρεί τα πρώτα τρία χρόνια της ανθρώπινης ζωής ως περίοδο ταχείας εγκεφαλικής ανάπτυξης, όπου ένα σημαντικό κομμάτι της ανάπτυξης του εγκεφάλου είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με το περιβάλλον. [2]

Η εκπαιδευτική νευροεπιστήμη, ή αλλιώς η διασταύρωση μεταξύ μυαλού, εγκεφάλου και εκπαίδευσης είναι κάτι που αφορά τους εκπαιδευτικούς. Χρησιμοποιώντας πληροφορίες της νευροεπιστήμης οι εκπαιδευτικοί μπορούν να επιβεβαιώσουν, εμπλουτίσουν αλλά και να αξιολογήσουν μοντέλα μάθησης και συμπεριφοράς. [3]

Ανάπτυξη και πλαστικότητα του εγκεφάλου

Επεξεργασία

Επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως ο εγκέφαλος χαρακτηρίζεται από πλαστικότητα η οποία μπορεί να αλλάξει τη δομή του μέσα από τις εμπειρίες. [4] Από τη γέννηση και μέχρι περίπου τα έξι χρόνια ο εγκέφαλος αναπτύσσεται πολύ γρήγορα, δημιουργώντας νέα νευρικά κύτταρα, αλλά και συνδέσεις μεταξύ αυτών.[5]Έρευνες δείχνουν ότι η επίδραση των πρώιμων εμπειριών μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη περισσότερο απ' ό,τι η κληρονομικότητα. [6] Περίπου το 50% της ανθρώπινης μάθησης πραγματοποιείται στα πρώτα τρία χρόνια ζωής, κι ενώ ο εγκέφαλος συνεχίζει να μαθαίνει κατά τη διάρκεια της ζωής, στοιχεία δείχνουν πως η πρώιμη στέρηση δεν είναι δυνατό να αναστραφεί σε μεταγενέστερα στάδια. [1]Η εγκεφαλική δραστηριότητα στα πρώτα τρία χρόνια ζωής είναι λοιπόν σημαντική για την ανάπτυξη του ανθρώπου.[7]

Μνήμη και γνωστική ανάπτυξη

Επεξεργασία

Όπως πολλές πλευρές της γνωστικής ανάπτυξης, έτσι και η μελέτη ανάπτυξης της μνήμης ξεκίνησε με τον Ζαν Πιαζέ (1952).[8] Ο Piaget υποστήριζε ότι κατά το αισθησιοκινητικό στάδιο (0-2 ετών) τα βρέφη δεν έχουν αναπτύξει συμβολική ικανότητα, και άρα δεν έχουν την ικανότητα να αναπαραστήσουν εσωτερικά αντικείμενα ή γεγονότα που δεν είναι παρόντα. Αντίστοιχα, μέχρι το παιδί να κατακτήσει την ικανότητα πλήρης αναπαράστασης (προ-λογικό στάδιο), η μνήμη των παιδιών σχετίζεται με αναγνώριση και όχι ανάκληση.[8] Ωστόσο, μεταγενέστερες έρευνες έχουν αμφισβητήσει αυτή την άποψη δείχνοντας ότι μικρά βρέφη παρουσιάζουν μορφές μνήμης και αναγνώρισης. [9][10]

Η μνήμη μαζί με άλλες γνωστικές ικανότητες, αναπτύσσεται όσο ζούμε. [11] Οι αναμνήσεις που δημιουργούνται κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής είναι πιο εύκολο να ανακτηθούν, [12] ενώ οι αναμνήσεις που δημιουργούνται στην πρώιμη ηλικία ξεχνιούνται πιο γρήγορα. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται βρεφική αμνησία και επινοήθηκε σαν όρος πρώτη φορά από τον Σίγκμουντ Φρόυντ. [13][14] Ως βρεφική αμνησία ορίζεται η αδυναμία ανάκτησης αναμνήσεων ή γεγονότων που συνέβησαν κατά τα πρώτα χρόνια ζωής. Έρευνες επιβεβαιώνουν πως οι αναμνήσεις από τα πρώτα τρία χρόνια ζωής ξεχνιούνται πιο γρήγορα από τις αναμνήσεις που δημιουργούμε όσο μεγαλώνουμε. Ενδείξεις δείχνουν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται σε ανώριμη ανάπτυξη του εγκεφάλου ή άλλων μηχανισμών στη βρεφική ηλικία.

Ως εκ τούτου, και όπως επιβεβαίωνει η μελέτη Infantile amnesia: forgotten but not gone (Li, Callaghan & Richardson, 2014), οι πρώιμες μνήμες μπορεί να εξαφανίζονται σε συμπεριφορικό επίπεδο, αλλά παραμένουν στον εγκέφαλο και μπορούν να αλλάξουν κυτταρικούς μηχανισμούς που συνδέονται με τη μελλοντική μάθηση, παρόλο που δεν εκφράζονται εμφανώς σε συμπεριφορικό επίπεδο. [15]

Μουσική και εγκέφαλος

Επεξεργασία

Έρευνες κατά τη δεκαετία του 1990 παρείχαν τις πρώτες ενδείξεις πως οι ενήλικες επαγγελματίες μουσικοί εμφανίζουν διευρυμένες εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με τη μουσική επεξεργασία. [16] Ακολούθησαν, λοιπόν, διαχρονικές μελέτες με την ίδια προσέγγιση, σε παιδία που ήταν μουσικά ενεργά αλλά και σε παιδία που δεν συμμετείχαν σε κάποια μουσική δραστηριότητα. [17] Ο Hyde και οι συνεργάτες του εξέτασαν παιδία προσχολικής ηλικίας πριν αρχίσουν μουσική δραστηριότητα και εκ νέου 15 μήνες αργότερα. [18] Τα αποτελέσματα έδειξαν πως τα παιδιά που συμμετείχαν σε μουσικές δραστηριότητες ή έμαθαν κάποιο μουσικό όργανο παρουσίασαν δομικές αλλαγές σε διάφορες περιοχές του εγκεφάλου, αλλά και σημαντικές βελτιώσεις σε ακουστικές και κινητικές διαδικασίες, αντιθέτως, τα παιδιά που δεν έλαβαν μουσική εκπαίδευση δεν παρουσίασαν κάποια βελτίωση. Τα παραπάνω ευρήματα επιβεβαιώνουν κάτι που αρχικά ερευνήθηκε από τον Pantev[19] σε ενήλικους μουσικούς, και επιβεβαιώνει ότι η αυξημένη αντιδραστικότητα του ακουστικού συστήματος δεν είναι κάτι έμφυτο, αλλά πως η μουσική, και το να μαθαίνει κανείς μουσικά όργανα επηρεάζουν τη δομή και λειτουργία του εγκεφάλου.

Μουσικές δραστηριότητες που δεν έχουν κάποιο διδακτικό στόχο φαίνονται επίσης να επηρεάζουν θετικά την ολιστική ανάπτυξη των παιδιών. Όπως αναφέρεται στην έρευνα Promises of music in education? (Tervaniemi, M, Tao, S & Huotilainen, 2018) τα παιδιά που είχαν κάποια μουσική δραστηριότητα στο σπίτι (αυθόρμητο τραγούδι, χορός και τραγούδι με γονείς, ελεύθερο μουσικό παιχνίδι) είχαν λιγότερη απόσπαση προσοχής και πιο καλή συγκέντρωση όταν έπρεπε να κάνουν κάτι. Η ένταξη της μουσικής στην καθημερινότητα των παιδιών (τραγούδι, μουσικά όργανα) ενισχύει τις κοινωνικές τους δεξιότητες, τη συνεργασία με άλλα άτομα γύρω τους, αλλά και την εμπιστοσύνη που αισθάνονται. [18]

Φυσική δραστηριότητα και μάθηση

Επεξεργασία

Η ένταξη της φυσικής δραστηριότητας στην καθημερινότητα έχει συνδεθεί με τη μείωση διάφορων σωματικών διαταραχών και ασθενειών. Η σχέση σώματος και νου αναφέρεται ήδη από αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, αλλά η εξερεύνηση της σχέσης μεταξύ φυσικής δραστηριότητας και γνωστικής λειτουργίας ξεκίνησε το 1930. Έρευνες σε ζώα έχουν δείξει ότι η πρόσβαση σε περιβάλλοντα άθλησης (running wheels) επηράζει θετικά την ανάπτυξη νευρώνων, αλλά και τα νευρωνικά συστήματα μάθησης και μνήμης, επιβεβαιώνοντας ότι η φυσική δραστηριότητα επηρεάζει τις γνωστικές λειτουργίες και ενισχύει τη δομή του εγκεφάλου. [20]

Πλέον, το ίδιο μοτίβο παρατηρείται και στην ανθρώπινη έρευνα όπου τεχνικές νευροαπεικόνισης δείχνουν πως η άσκηση οδηγεί σε εμφανείς αλλαγές στη δομή και λειτουργία του εγκεφάλου. Μελέτες σε παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας δείχνουν πως η φυσική δραστηριότητα και η γνωστική απόδοση συνδέονται άμεσα. Πιο συγκεκριμένα, η άθληση είναι ωφέλιμη, αλλά η πρώιμη ένταξή της είναι σημαντική για τη βελτίωση και συντήρηση της γνωστικής ευεξίας κατά τη διάρκεια της ζωής μας. [20]

Έρευνες που πραγματοποιήθηκαν κατά και μετά την Πανδημία COVID-19 διαπίστωσαν πως η ψυχική υγεία των παιδιών, καθώς και διαταραχές όπως η κατάθλιψη και το άγχος παρουσίασαν σημαντική επιδείνωση.[21] Τα παιδιά άρχισαν να περνούν περισσότερο χρόνο μπροστά από οθόνες και λιγότερο χρόνο εξερευνώντας το περιβάλλον γύρω τους. Ωστόσο, το παιχνίδι σε εξωτερικούς χώρους ενισχύει το δραστήριο παιχνίδι. Επιπλέον μελέτες έχουν δείξει πως το παιχνίδι σε εξωτερικούς χώρους μειώνει την υπερκινητικότητα, ενισχύει τα ακαδημαϊκά αποτελέσματα, τις κοινωνικές δεξιότητες αλλά και την ποιότητα ζωής. Δεδομένου των πλεονεκτημάτων της φυσικής δραστηριότητας σε εξωτερικούς χώρους είναι σημαντικό τα παιδιά να έχουν ευκαιρίες για τουλάχιστον δύο ώρες καθημερινής σωματικής δραστηριότητας.[22] Στη Φινλανδία έρευνες υποστηρίζουν ότι το περιβάλλον μπορεί να ενισχύσει το δραστήριο παιχνίδι και να διεγείρει την κινητική ανάπτυξη των παιδιών, κατά τη διάρκεια όλων των εποχών αλλά και καιρικών συνθηκών. [23]

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. 1 2 3 Mosier, William A. (2013). Wasserman, Leslie Haley, επιμ. Addressing the Affective Domain: What Neuroscience Says About Social/Emotional Development in Early Childhood. Dordrecht: Springer Netherlands. σελίδες 77–103. ISBN 978-94-007-6671-6.
  2. Geake (2009), όπως παρατίθεται στο Mosier, 2013, σ. 78, https://doi.org/10.1007/978-94-007-6671-6_6.
  3. Zambo, Debby (2013). Wasserman, Leslie Haley, επιμ. The Practical and Ethical Concerns of Using Neuroscience to Teach Young Children and Help Them Self-Regulate. Dordrecht: Springer Netherlands. σελίδες 7–21. ISBN 978-94-007-6671-6.
  4. Bryck & Fisher, (2012); Buonomano & Merzenich, (1998), όπως παρατίθεται στο Frey and Fisher, 2013, σ. 46, https://doi.org/10.1007/978-94-007-6671-6_4.
  5. Farmer-Dougan, Valeri· Alferink, Larry A. (2013). Wasserman, Leslie Haley, επιμ. Brain Development, Early Childhood, and Brain-Based Education: A Critical Analysis. Dordrecht: Springer Netherlands. σελίδες 55–76. ISBN 978-94-007-6671-6.
  6. Fogel, King & Shanker (2009), όπως παρατίθενται στο Mosier, 2013, σ. 78, https://doi.org/10.1007/978-94-007-6671-6_6.
  7. Barrett, Mesquita, Ochsner, & Gross, (2007), όπως παρατίθενται στο Mosier, 2013, σ. 78, https://doi.org/10.1007/978-94-007-6671-6_6.
  8. 1 2 Bauer, Patricia J.· Larkina, Marina (16 Αυγούστου 2010). Goswami, Usha, επιμ. Early Memory Development (1 έκδοση). Wiley. σελίδες 153–179. ISBN 978-1-4051-9116-6.
  9. Baillargeon, Renée (1987). «Object permanence in 3½- and 4½-month-old infants.» (στα αγγλικά). Developmental Psychology 23 (5): 655–664. doi:10.1037//0012-1649.23.5.655. ISSN 0012-1649. http://doi.apa.org/getdoi.cfm?doi=10.1037/0012-1649.23.5.655.
  10. Bower, T. G. R.; Broughton, J.; Moore, M. K. (1971-04-01). «Development of the object concept as manifested in changes in the tracking behavior of infants between 7 and 20 weeks of age». Journal of Experimental Child Psychology 11 (2): 182–193. doi:10.1016/0022-0965(71)90074-9. ISSN 0022-0965. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/0022096571900749.
  11. Ofen & Shing 2013, όπως αναφέρονται στο: Li, S., Callaghan, B. L., & Richardson, R. (2014). Infantile amnesia: forgotten but not gone. Learning & Memory, 21(3), 135–139. https://doi.org/10.1101/lm.031096.113
  12. Gale et al. 2004, όπως αναφέρονται στο: Li, S., Callaghan, B. L., & Richardson, R. (2014). Infantile amnesia: forgotten but not gone. Learning & Memory, 21(3), 135–139. https://doi.org/10.1101/lm.031096.113
  13. Campbell και Campbell 1962; ~Spear και Parsons 1976; Hayne 2004; Hayne και Jack 2011, όπως αναφέρονται στο: Li, S., Callaghan, B. L., & Richardson, R. (2014). Infantile amnesia: forgotten but not gone. Learning & Memory, 21(3), 135–139. https://doi.org/10.1101/lm.031096.113
  14. Nemiah, John C. (1996-01). «Breuer, Josef and Freud, Sigmund (1895/1995), Studies on Hysteria. In James Strachey (Ed.)The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud.London: Hogarth Press, Vol.2, xxxii, pp. 1–335». American Journal of Clinical Hypnosis 38 (3): 234–237. doi:10.1080/00029157.1996.10403343. ISSN 0002-9157. https://doi.org/10.1080/00029157.1996.10403343.
  15. Li, S., Callaghan, B. L., & Richardson, R. (2014). Infantile amnesia: forgotten but not gone. Learning & Memory, 21(3), 135–139. https://doi.org/10.1101/lm.031096.113
  16. Elbert et al., 1995; Pantev et al., 1998, όπως παρατίθενται στο Tervaniemi, M, Tao, S & Huotilainen, M 2018, 'Promises of music in education?', Frontiers in education, vol. 3, 74. https://doi.org/10.3389/feduc.2018.00074.
  17. Hyde et al., 2009; Putkinen et al., 2014a,b, όπως παρατίθενται στο Tervaniemi, M, Tao, S & Huotilainen, M 2018, 'Promises of music in education?', Frontiers in education, vol. 3, 74. https://doi.org/10.3389/feduc.2018.00074.
  18. 1 2 Tervaniemi, Mari; Tao, Sha; Huotilainen, Minna (2018-10-04). «Promises of Music in Education?» (στα English). Frontiers in Education 3. doi:10.3389/feduc.2018.00074. ISSN 2504-284X. https://www.frontiersin.org/journals/education/articles/10.3389/feduc.2018.00074/full.
  19. Pantev, Christo; Herholz, Sibylle C. (2011-11-01). «Plasticity of the human auditory cortex related to musical training». Neuroscience & Biobehavioral Reviews. Wired for Sound 35 (10): 2140–2154. doi:10.1016/j.neubiorev.2011.06.010. ISSN 0149-7634. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0149763411001205.
  20. 1 2 Hillman, Charles H.; Erickson, Kirk I.; Kramer, Arthur F. (2008-01). «Be smart, exercise your heart: exercise effects on brain and cognition» (στα αγγλικά). Nature Reviews Neuroscience 9 (1): 58–65. doi:10.1038/nrn2298. ISSN 1471-003X. https://www.nature.com/articles/nrn2298.
  21. Gorrell, Lydia; Shen, Xiangyou; MacDonald, Megan; Logan, Samuel W.; Hatfield, Bridget E.; Parkinson, Colby; D’Antonio, Ashley; Massey, William (2024-04-21). «The Effect of Outdoor Play, Physical Activity, and Screen Time Use on the Emotional Wellbeing of Children and Youth during a Health Crisis» (στα αγγλικά). Leisure Sciences: 1–18. doi:10.1080/01490400.2024.2335930. ISSN 0149-0400. https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/01490400.2024.2335930.
  22. Koepp, Andrew E.; Gershoff, Elizabeth T.; Castelli, Darla M.; Bryan, Amy E. (2022-03-12). «Total Play Time Needed for Preschoolers to Reach Recommended Amount of Non-Sedentary Activity» (στα αγγλικά). International Journal of Environmental Research and Public Health 19 (6): 3354. doi:10.3390/ijerph19063354. ISSN 1660-4601. PMID 35329042. PMC 8950767. https://www.mdpi.com/1660-4601/19/6/3354.
  23. Sääkslahti. (2021). Outdoor activities and motor development in 2-7-year-old boys and girls. Journal of Physical Education and Sport., 21(1), 463–468. https://doi.org/10.7752/jpes.2021.s1047.