Γαλλο-ιταλική λογοτεχνία

Λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν τον 13ο έως τα μέσα του 15ου αιώνα στη βόρεια Ιταλία

Η γαλλο-ιταλική λογοτεχνία (ιταλικά: Letteratura franco-italiana) ή φραγκο-ιταλική και φραγκοβενετική λογοτεχνία, αναφέρεται στο σύνολο των έργων που γράφτηκαν από τον 13ο έως τα μέσα του 15ου αιώνα στη βόρεια Ιταλία στα γαλλο-ιταλικά, γλώσσα που συνδύαζε ιταλικά, και πιο συγκεκριμένα βενετσιάνικα, φωνητικά, μορφολογικά, λεξιλογικά και συντακτικά στοιχεία με τα παλαιά γαλλικά.[1]

Οι Ιταλοί ποιητές εμπνεύστηκαν από τα γαλλικά επικά άσματα του Καρολίγγειου κύκλου

Η εγγύτητα των βόρειων ιταλικών διαλέκτων με τα γαλλικά, το κύρος τους ως λογοτεχνικής γλώσσας και η επιθυμία των συγγραφέων να καταστήσουν τα κείμενά τους πιο προσιτά σε ένα μη γαλλόφωνο κοινό είναι παράγοντες που επηρέασαν την εμφάνιση αυτού του λογοτεχνικού φαινομένου, το οποίο μπορεί πιθανώς μπορεί να εξηγηθεί από την απουσία δημώδους γραπτής γλώσσας οπουδήποτε στην ιταλική χερσόνησο στις αρχές του 13ου αιώνα (κείμενα της ιταλικής λογοτεχνίας του 13ου αιώνα εμφανίστηκαν από το 1230) γεγονός που διευκόλυνε την εξάπλωση των γαλλικών, τόσο των παλαιών όσο και της οξιτανικής γλώσσας της Προβηγκίας.

Προέλευση

Επεξεργασία

Στη Γαλλία από τα μέσα του 11ου αιώνα εμφανίστηκαν λογοτεχνικά κείμενα στη λαϊκή καθομιλούμενη γλώσσα, παράλληλα με τα λατινικά, τα οποία παρέμειναν η γλώσσα της Εκκλησίας, της εκπαίδευσης και της επιστήμης, καθώς και των πολιτικών αρχών και της διοίκησης. Κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, ένας συνδυασμός πολιτικών, εμπορικών και πολιτιστικών παραγόντων συντέλεσε στην ταχεία εξάπλωση της γαλλικής γλώσσας και λογοτεχνίας σε όλη την Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Οι Σταυροφορίες, τα προσκυνήματα και οι εμπορικοί δρόμοι ευνόησαν την εξαγωγή των γαλλικών, ιδίως προς το Λεβάντε, και το αδιαμφισβήτητο κύρος της μεσαωνικής γαλλικής λογοτεχνίας ενέτεινε περαιτέρω τη διείσδυση της γλώσσας σε όλα τα μεγάλα πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης.[2]

Σημαντική ήταν η επιρροή των προσκυνητών που ταξίδευαν στην Ιταλία από τη Γαλλία και συχνά συνοδεύονταν από τροβαδούρους, χάρη στους οποίους οι Καρολίγγειοι και Αρθουριανοί ήρωες έγιναν δημοφιλείς από το πρώτο μισό του 12ου αιώνα, όπως μαρτυρούν τα αγάλματα του Ρολάνδου και του Ολιβιέ στον καθεδρικό ναό της Βερόνας. Επίσης, με την έναρξη της Σταυροφορίας των Αλβιγηνών το 1208, που κηρύχθηκε από την Εκκλησία εναντίον της αίρεσης των Καθαρών στη νότια Γαλλία, πολυάριθμοι Προβηγκιανοί τροβαδούροι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και πολλοί βρήκαν καταφύγιο στις αυλές της βόρειας Ιταλίας και της Σικελίας, όπου μετέφεραν την οξιτανική ποιητική παράδοση, συμβάλλοντας στη διάδοσή της πέρα ​​από τα σύνορα της χώρας τους.[3]

Ανάπτυξη

Επεξεργασία
Τροβαδούροι, 14ος αιώνας

Έτσι, η γαλλο-ιταλική λογοτεχνία είναι προϊόν μιας σύνθετης διαδικασίας πολιτισμικής επίδρασης που προέκυψε από τη διάδοση γαλλικών έργων στη βόρεια Ιταλία. Η υποδοχή αυτής της λογοτεχνίας στη Λομβαρδία, το Βένετο, την Εμίλια-Ρομάνια και το Πεδεμόντιο πυροδότησε μια μοναδική διαδικασία αφομοίωσης και αναδιαμόρφωσης του περιεχομένου, της γλώσσας και των ειδών που διέσχιζαν τις Άλπεις, η οποία διήρκεσε από τις αρχές του 13ου έως τα μέσα του 15ου αιώνα.

Κατά τον 13ο αιώνα, παράλληλα με τις απαρχές της πρώιμης ιταλικής λογοτεχνίας από το 1230 στην καθομιλουμένη δημώδη γλώσσα (Σικελική σχολή, Τοσκανική λυρική ποίηση, Γλυκό νέο ύφος και κωμικο-ρεαλιστική ποίηση) Ιταλοί συγγραφείς αντέγραφαν δημοφιλή γαλλικά επικά άσματα και αυλικά μυθιστορήματα του Καρολίγγειου και του Αρθουριανού κύκλου και συχνά τα διασκεύαζαν επεκτείνοντας διάφορα επεισόδια. Έγραψαν επίσης νέες μυθιστορίες με νέα ανδραγαθήματα ηρώων από τα γαλλικά έργα. Σε αυτά τα έργα, αν και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ήταν τα παλαιά γαλλικά, οι ως επί το πλείστον ανώνυμοι συγγραφείς, ανάλογα με το επίπεδο των γνώσεών τους και συχνά ασυνείδητα ή για να είναι τα έργα πιο κατανοητά στους συμπατριώτες τους, εισήγαγαν στοιχεία από τις βορειο-ιταλικές διαλέκτους τους, δημιουργώντας έτσι μια μικτή γαλλο-ιταλική λογοτεχνική γλώσσα. Παράλληλα, καθώς οι δουκικές και βασιλικές αυλές των ιταλικών πόλεων πρόσφεραν προστασία στους Προβηγκιανούς τροβαδούρους, οι Ιταλοί ποιητές γοητευμένοι από το πολιτιστικό επίπεδο της λυρικής τους ποίησης και το ιδανικό του αυλικού έρωτα έγραψαν παρόμοια έργα στα οξιτανικά.

Σταδιακά και καθώς αναπτύσσονταν η ιταλική λογοτεχνία, τα λογοτεχνικά έργα στα γαλλο-ιταλικά μειώθηκαν και έως τα μέσα του 15ου αιώνα εξαφανίστηκαν όταν η τοσκανική γλώσσα, στην οποία έγραψαν τρεις από τους σημαντικότερους ποιητές του 13ου και 14ου αιώνα, ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Βοκάκιος - ο Δάντης στο έργο του De vulgari eloquentia (1304) προέτρεπε τους συγγραφείς να χρησιμοποιούν την κοινή γλώσσα και όχι τα λατινικά ή τα γαλλο-ιταλικά [4] - αναδείχθηκε σε λογοτεχνική γλώσσα ισάξια των γαλλικών και έγινε η βάση της ιταλικής γλώσσας στην οποία έγραφαν πλέον οι συγγραφείς και όλοι οι μορφωμένοι Ιταλοί μπορούσαν να καταλάβουν. [5]

Τα κείμενα της γαλλο-ιταλικής λογοτεχνίας ανήκουν ως επί το πλείστον στα επικά άσματα, αλλά υπάρχουν και θρησκευτικά και διδακτικά κείμενα. Η γλώσσα ποικίλει, κυμαινόμενη από έργα γραμμένα σε πολύ σωστά γαλλικά, στα οποία η επιρροή ιταλικών διαλέκτων είναι μόλις αισθητή, έως κείμενα γραμμένα στα γαλλο-ιταλικά, στα οποία τα γαλλικά και οι ιταλικές διάλεκτοι συνυπάρχουν σε δυναμική ισορροπία.[6]

Τα πεζά έργα που έγραψαν ο Βενετός Μαρτίνο Κανάλ: το ιστορικό έργο Το χρονικό της Βενετίας (1275), ο Μπρουνέτο Λατίνι από τη Φλωρεντία, που έγραψε το εγκυκλοπαιδικό έργο Βιβλία του Θησαυρού (περ. 1260) πριν αρχίσει να γράφει στα τοσκανικά, και ο Φίλιππος της Νοβάρα αποκαλύπτουν ακριβή γνώση της γλώσσας. Επίσης Ιταλοί τροβαδούροι όπως ο Σορντέλο από την περιοχή της Μάντοβα και ο Αλμπέρικο ντα Ρομάνο έγραψαν στίχους στην προβηγκιανή γλώσσα, με βαθιά γνώση της προβηγκιανής στιχουργίας. Οι προβηγκιανοί ερωτικοί στίχοι ήταν εξίσου δημοφιλείς με τα επικά άσματα και το γαλλικό αυλικό μυθιστόρημα και οι πρώτοι Ιταλοί ποιητές μελέτησαν προσεκτικά τις ανθολογίες προβηγκιανής ποίησης των τροβαδούρων.

Τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο

Άλλα σημαντικά έργα είναι το επικό άσμα Είσοδος στην Ισπανία, που εμπνέεται από τον Κύκλο του Καρλομάγνου με νέες περιπέτειες του Ρολάνδου και αποδίδεται σε ανώνυμο συγγραφέα από την Πάδοβα. Επίσης, Τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο γράφτηκαν αρχικά στα γαλλο-ιταλικά από τον Μάρκο Πόλο και τον Ρουστιτσέλο ντα Πίζα όταν ήταν φυλακισμένοι στη Γένοβα.

Η διδακτική πραγματεία Βιβλίο του Ενανσέ (Livre d'Enanchet), που σχολιάζει τις διάφορες κοινωνικές τάξεις στα πλαίσια συμβουλών που απευθύνει ένας πατέρας στον γιο του, σηματοδοτεί την έναρξη αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα.[7] Το τελευταίο έργο ήταν η ιπποτική μυθιστορία Ούγος της Ωβέρνης (1441).[8]

Άλλα γνωστά έργα περιλαμβάνουν δύο διασκευές του Άσματος του Ρολάνδου, το Ακουιλόν της Βαυαρίας (Aquilon de Bavière) πεζογράφημα του Ραφαέλε ντα Βερόνα που αφηγείται την ιστορία του μικρότερου γιου του δούκα της Βαυαρίας και συντρόφου του Καρλομάγνου, [9]το Καρλέτο (Karleto), το οποίο αφηγείται την παιδική ηλικία του Καρλομάγνου, και η Κατάληψη της Παμπλόνα, ​​​​το οποίο αποδίδεται στον Νικολό ντα Βερόνα.

Γράφτηκαν επίσης ποιήματα σε κλασικά θέματα όπως τα Έκτωρ, Φαρσάλια και Αττίλας.[10]

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. . «books.openedition.org/Le français écrit en Italie à travers quelques exemples des xiiie-xive siècles : langue artificielle, langue hybride, langue de contact».
  2. . «aradjanyan.wordpress.com/litterature-francaise-du-moyen-age//».
  3. . «movio.beniculturali.it/Manoscritti latini e romanzi da Carlo Magno all'invenzione della stampa».
  4. ,. «danteonline.it/english/De vulgari Eloquentia».
  5. . «federica.eu/come-nasce-idioma-origini-lingua-italiana/».
  6. . «hal.science/hal-Origins of the Italian Literary Romance-Epic Trope.pdf» (PDF).
  7. . «frenchofitaly.ace.fordham.edu/sources/index-of-sources/livre-denanchet/».
  8. . «persee.fr/doc/Prime indagini su un nuovo frammento franco-veneto del Milione di Marco Polo».
  9. . «rialfri.eu/opere/aquilon-de-baviere».
  10. . «treccani.it/enciclopedia/letteratura-franco-italiana/».