Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων
μ. επιμέλεια |
|||
| Γραμμή 41: | Γραμμή 41: | ||
[[File:A Tanácsköztársaság kikiáltása - 1919. március 21, Kossuth tér.jpg|thumb|Proclamation of the Hungarian Soviet Republic – 1919.03.21]] |
[[File:A Tanácsköztársaság kikiáltása - 1919. március 21, Kossuth tér.jpg|thumb|Proclamation of the Hungarian Soviet Republic – 1919.03.21]] |
||
Η '''Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία''' (στα [[ουγγρικά]], ''Magyarországi Tanácsköztársaság'', το οποίο μεταφράζεται ως '''Ουγγρική Δημοκρατία των Συμβουλίων'''<ref>György Litvan, [http://www.persee.fr/web/revues/home/prescript/article/mat_0769-3206_1990_num_19_1_401630 |
Η '''Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία''' (στα [[ουγγρικά]], ''Magyarországi Tanácsköztársaság'', το οποίο μεταφράζεται ως '''Ουγγρική Δημοκρατία των Συμβουλίων'''<ref>György Litvan, [http://www.persee.fr/web/revues/home/prescript/article/mat_0769-3206_1990_num_19_1_401630 La démocratie hongroise de 1918-1919 et la politique française], Matériaux pour l'histoire de notre temps n°19, 1990].</ref><ref>[http://www.universalis.fr/encyclopedie/T304143/VARGA_E_S.htm Evgueni Samoïlovitch Varga - Encyclopedia Universalis].</ref>) ήταν το πολιτικό καθεστώς της [[Ουγγαρία]]ς από τις 21 Μαρτίου 1919 έως τις 6 Αυγούστου του ιδίου έτους. |
||
Το ουγγρικό καθεστώς ήταν η δεύτερη κυβέρνηση [[κομμουνισμός|κομμουνιστικής]] ιδεολογίας στην παγκόσμια ιστορία, μετά εκείνη της [[Σοβιετική Ρωσία|Σοβιετικής Ρωσίας]] η οποία είχε διακηρυχθεί το 1917. |
Το ουγγρικό καθεστώς ήταν η δεύτερη κυβέρνηση [[κομμουνισμός|κομμουνιστικής]] ιδεολογίας στην παγκόσμια ιστορία, μετά εκείνη της [[Σοβιετική Ρωσία|Σοβιετικής Ρωσίας]] η οποία είχε διακηρυχθεί το 1917. |
||
Διήρκεσε μονάχα 133 ημέρες και κατέρρευσε όταν οι [[Βασίλειο της Ρουμανίας|ρουμανικές]], [[Βασίλειο της Σερβίας|σερβικές]] και [[Γκιούλα Κάρολι|εθνικιστικές]] δυνάμεις υποστηριζόμενες από το [[Mission Berthelot|γαλλικό εκστρατευτικό σώμα]] υπό την ηγεσία του [[Ανρί Μπερτελό]], κατέλαβαν |
Διήρκεσε μονάχα 133 ημέρες και κατέρρευσε όταν οι [[Βασίλειο της Ρουμανίας|ρουμανικές]], [[Βασίλειο της Σερβίας|σερβικές]] και [[Γκιούλα Κάρολι|εθνικιστικές]] δυνάμεις υποστηριζόμενες από το [[Mission Berthelot|γαλλικό εκστρατευτικό σώμα]] υπό την ηγεσία του [[Ανρί Μπερτελό]], κατέλαβαν τη [[Βουδαπέστη]] στις 6 Αυγούστου 1919 με το πέρας του [[Ουγγρικός-Ρουμανικός Πόλεμος του 1919|Πολέμου του Καλοκαιριού του 1919]]. |
||
Το καθεστώς αυτό εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα [[εργατικά συμβούλια]] (Σοβιέτ) της Ρωσίας (το 1905, καθώς και την περίοδο μεταξύ 1917-1918) και της [[Γερμανική Επανάσταση του 1918-1919|Γερμανίας]] (1918-1919). |
Το καθεστώς αυτό εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα [[εργατικά συμβούλια]] (Σοβιέτ) της Ρωσίας (το 1905, καθώς και την περίοδο μεταξύ 1917-1918) και της [[Γερμανική Επανάσταση του 1918-1919|Γερμανίας]] (1918-1919). |
||
| Γραμμή 55: | Γραμμή 55: | ||
Η Δημοκρατία διακηρύχτηκε από τον Κόμη [[Μιχάλι Κάρολι]], ο οποίος τέθηκε επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνεργασίας, στην οποία περιλαμβανόταν το [[Ουγγρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα]]. |
Η Δημοκρατία διακηρύχτηκε από τον Κόμη [[Μιχάλι Κάρολι]], ο οποίος τέθηκε επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνεργασίας, στην οποία περιλαμβανόταν το [[Ουγγρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα]]. |
||
Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, το [[Κόμμα Κομμουνιστών Ουγγαρίας]] ιδρύθηκε μέσω της συγχώνευσης διάφορων ετερόκλητων πολιτικών ομάδων, στις οποίες περιλαμβάνονταν αντιφρονούντα στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών, [[Αναρχοσυνδικαλισμός|Αναρχοσυνδικαλιστές]], καθώς και Κομμουνιστές οι οποίοι είχαν επιστρέψει από |
Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, το [[Κόμμα Κομμουνιστών Ουγγαρίας]] ιδρύθηκε μέσω της συγχώνευσης διάφορων ετερόκλητων πολιτικών ομάδων, στις οποίες περιλαμβάνονταν αντιφρονούντα στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών, [[Αναρχοσυνδικαλισμός|Αναρχοσυνδικαλιστές]], καθώς και Κομμουνιστές οι οποίοι είχαν επιστρέψει από τη [[Σοβιετική Ρωσία]], μεταξύ των οποίων αριθμός πρώην Αυστροούγγρων αιχμαλώτων πολέμου, οι οποίοι είχαν γίνει Κομμουνιστές κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους στη Ρωσία<ref>[[Miklós Molnar]], ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, pp. 331-332.</ref>. Ο [[Μπέλα Κουν]], ο οποίος είχε επιστρέψει από τη Μόσχα με άτυπη εξουσιοδότηση του [[Λένιν]], ανέλαβε την πολιτική ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 336.</ref>. |
||
Μια βαθιά εθνικιστική δυσαρέσκεια προκλήθηκε από την ήττα το 1918, με σημαντικότερη επίπτωση για |
Μια βαθιά εθνικιστική δυσαρέσκεια προκλήθηκε από την ήττα το 1918, με σημαντικότερη επίπτωση για τη χώρα, τη σημαντική αφαίρεση εδαφών που της επιβλήθηκε από την [[Τριπλή Αντάντ]] με το πέρας του [[ΑΠΠ|Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου]]<ref>Δείτε τους όρους αυτού που έγινε γνωστό το 1920 ως [[Συνθήκη του Τριανόν]], όπου η Ουγγαρία έχασε τα δύο τρίτα των εδαφών της.</ref>. Η χώρα ευρισκόταν σε πλήρη αναρχία, καθώς η κατάσταση αυτή είχε οδηγήσει εκατομμύρια Ούγγρους σε συνθήκες [[ανεργία]]ς ή ανέχειας. Όσοι ευρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, όπως οι αποστρατευθέντες στρατιώτες, ήσαν πιο ευάλωτοι στην κομμουνιστική προπαγάνδα<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 333.</ref>. |
||
Στις αρχές του 1919, οι πολιτικοί ηγέτες των Κομμουνιστών φυλακίστηκαν για απόπειρα πραξικοπήματος, ωστόσο, οι Σοσιαλδημοκράτες ήρθαν σύντομα σε επαφή μαζί τους για |
Στις αρχές του 1919, οι πολιτικοί ηγέτες των Κομμουνιστών φυλακίστηκαν για απόπειρα πραξικοπήματος, ωστόσο, οι Σοσιαλδημοκράτες ήρθαν σύντομα σε επαφή μαζί τους για τη διαπραγμάτευση συγχώνευσης μεταξύ των δύο κομμάτων<ref>Tamás Szende, [http://books.google.fr/books?id=KC-PRST1EWsC&printsec=frontcover&dq=hongrie+regards+sur+une+civilisation#v=onepage&q=fusion&f=false La Hongrie au XXème siècle : regards sur une civilisation], L'Harmattan, 2000, p. 13.</ref>. |
||
== Κατάληψη της εξουσίας == |
== Κατάληψη της εξουσίας == |
||
| Γραμμή 65: | Γραμμή 65: | ||
Στις 20 Μαρτίου, εμπρός στο τελεσίγραφο του ''Σημειώματος Βιξ'' το οποίο απαιτούσε, εις το όνομα της [[Τριπλή Αντάντ|Τριπλής Αντάντ]], μία εκ νέου υποχώρηση των συνόρων της Ουγγαρίας, ο [[Μιχάλι Κάρολι]] και ο επικεφαλής της κυβέρνησής του, [[Ντένες Μπέρινκεϊ]], παραιτήθηκαν. Ο Κάρολι σκόπευε να σχηματίσει εκ νέου μια νέα κυβέρνηση σε συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες ωστόσο, άμεσα, άρχισε να κυκλοφορεί σημείωμα, το έφερε το όνομα και την υπογραφή του, μέσω του οποίου αναφερόταν πως «παρέδειδε την εξουσία στο προλετεριάτο». Ο Κάρολι ουδέποτε αποδέχθηκε πως ο ίδιος είχε συντάξει και υπογράψει το συγκεκριμένο σημείωμα<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 330-331.</ref>. |
Στις 20 Μαρτίου, εμπρός στο τελεσίγραφο του ''Σημειώματος Βιξ'' το οποίο απαιτούσε, εις το όνομα της [[Τριπλή Αντάντ|Τριπλής Αντάντ]], μία εκ νέου υποχώρηση των συνόρων της Ουγγαρίας, ο [[Μιχάλι Κάρολι]] και ο επικεφαλής της κυβέρνησής του, [[Ντένες Μπέρινκεϊ]], παραιτήθηκαν. Ο Κάρολι σκόπευε να σχηματίσει εκ νέου μια νέα κυβέρνηση σε συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες ωστόσο, άμεσα, άρχισε να κυκλοφορεί σημείωμα, το έφερε το όνομα και την υπογραφή του, μέσω του οποίου αναφερόταν πως «παρέδειδε την εξουσία στο προλετεριάτο». Ο Κάρολι ουδέποτε αποδέχθηκε πως ο ίδιος είχε συντάξει και υπογράψει το συγκεκριμένο σημείωμα<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 330-331.</ref>. |
||
Στις 21 Μαρτίου διακηρύχτηκε το ''Επαναστατικό Συμβούλιο Διακυβέρνησης'', το οποίο αποτελείτο από περίπου τριάντα επιτρόπους του λαού, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των Κομμουνιστών ή των Σοσιαλδημοκρατών, επικεφαλής των οποίων τέθηκε ένα πενταμελές διευθυντήριο. Ο [[Σάντορ Γκάρμπαϊ]], ο οποίος προερχόταν από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ήταν ο επίσημος αρχηγός της κυβέρνησης ως πρόεδρος του διευθυντηρίου, ωστόσο η εξουσία ανήκε, ουσιαστικά, κυρίως στον Κομμουνιστή [[Μπέλα Κουν]], ο οποίος κατείχε |
Στις 21 Μαρτίου διακηρύχτηκε το ''Επαναστατικό Συμβούλιο Διακυβέρνησης'', το οποίο αποτελείτο από περίπου τριάντα επιτρόπους του λαού, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των Κομμουνιστών ή των Σοσιαλδημοκρατών, επικεφαλής των οποίων τέθηκε ένα πενταμελές διευθυντήριο. Ο [[Σάντορ Γκάρμπαϊ]], ο οποίος προερχόταν από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ήταν ο επίσημος αρχηγός της κυβέρνησης ως πρόεδρος του διευθυντηρίου, ωστόσο η εξουσία ανήκε, ουσιαστικά, κυρίως στον Κομμουνιστή [[Μπέλα Κουν]], ο οποίος κατείχε τη θέση του επιτρόπου επί των εξωτερικών υποθέσεων<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 332.</ref>. Ο [[Τίμπορ Σαμουέλι]], επίτροπος επί των στρατιωτικών υποθέσεων, ήταν ένας εκ των σημαντικότερων πολιτικών ηγετών του καθεστώτος. Οι [[Γιένο Λάντλερ]] και [[Μπέλα Βάγκο]] ήσαν επίτροποι επί των εσωτερικών υποθέσεων, ο [[Όττο Κόρβιν]] ήταν υπεύθυνος ασφαλείας, ο [[Γκέοργκ Λούκατς]] ήταν υπεύθυνος επί των πολιτιστικών υποθέσεων, ενώ ο [[Μάτιας Ράκοσι]], μελλοντικός ηγέτης της [[Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας|Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας]], ήταν επίτροπος επί των εμπορικών υποθέσεων<ref>[[Stéphane Courtois]] in ''Le Livre noir du communisme'', Robert Laffont, 1997, p. 301.</ref>. |
||
== Πολιτικά μέτρα == |
== Πολιτικά μέτρα == |
||
[[Αρχείο:Bela.Kun.Revolution.1919.jpg|thumb|left|Ο [[Μπέλα Κουν]] ξεσηκώνοντας τα πλήθη.]] |
[[Αρχείο:Bela.Kun.Revolution.1919.jpg|thumb|left|Ο [[Μπέλα Κουν]] ξεσηκώνοντας τα πλήθη.]] |
||
[[Αρχείο:Hungarian Government 1919.jpg|thumb|Αφίσα προπαγάνδας στην οποία παρουσιάζεται το Επαναστατικό Συμβούλιο Διακυβέρνησης.]] |
[[Αρχείο:Hungarian Government 1919.jpg|thumb|Αφίσα προπαγάνδας στην οποία παρουσιάζεται το Επαναστατικό Συμβούλιο Διακυβέρνησης.]] |
||
Η επαναστατική κυβέρνηση αποφάσισε σε σύντομο διάστημα την κρατικοποίηση αριθμού επιχειρήσεων, τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών, του χονδρικού εμπορίου, καθώς και των ενοικιαζόμενων πολυκατοικιών. Τα εδάφη που ανήκαν σε μεγαλοκτηματίες κατασχέθηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά έχαιραν κοινωνικών προνομίων, ενώ ο Τύπος, ο πολιτισμός και τα ελεύθερα επαγγέλματα τέθηκαν υπό κρατικά μέτρα ελέγχου. Η οικονομία της χώρας, ήδη καταπονημένη από τον πόλεμο, κατέρρευσε, προκαλώντας καταστάσεις ελλείψεων. Η ουγγρική κορόνα, στην ισοτιμία της με το [[ελβετικό φράγκο]], απώλεσε ποσοστό της τάξεως του 90 % επί της αξίας της<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 334-335.</ref>. Από την πρώτη τους, κιόλας, συνέλευση, οι επίτροποι αποφάσισαν |
Η επαναστατική κυβέρνηση αποφάσισε σε σύντομο διάστημα την κρατικοποίηση αριθμού επιχειρήσεων, τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών, του χονδρικού εμπορίου, καθώς και των ενοικιαζόμενων πολυκατοικιών. Τα εδάφη που ανήκαν σε μεγαλοκτηματίες κατασχέθηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά έχαιραν κοινωνικών προνομίων, ενώ ο Τύπος, ο πολιτισμός και τα ελεύθερα επαγγέλματα τέθηκαν υπό κρατικά μέτρα ελέγχου. Η οικονομία της χώρας, ήδη καταπονημένη από τον πόλεμο, κατέρρευσε, προκαλώντας καταστάσεις ελλείψεων. Η ουγγρική κορόνα, στην ισοτιμία της με το [[ελβετικό φράγκο]], απώλεσε ποσοστό της τάξεως του 90 % επί της αξίας της<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 334-335.</ref>. Από την πρώτη τους, κιόλας, συνέλευση, οι επίτροποι αποφάσισαν τη δημιουργία «επαναστατικών δικαστηρίων» με δικαστές επιλεγμένους από τον λαό. Ο στρατός και η αστυνομία διαλύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια «επαναστατική πολιτοφυλακή». Τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα απαγορεύτηκαν, καθώς και ο ελευθεροτεκτονισμός<ref>''Encyclopédie de la franc-maçonnerie'', Le livre de poche, article "Hongrie", p. 412.</ref>. Η εργασία κατέστη υποχρεωτική, ενώ στις επιχειρήσεις που απασχολούσαν άνω των είκοσι εργατών, στη συνέχεια άνω των δέκα, και τέλος κάτω των δέκα εργατών, επιβλήθηκε απαλλοτρίωση. Τα οικονομικά και δικαστικά μέτρα σύντομα αποξένωσαν την κυβέρνηση από τους εμπόρους, τους εργαζόμενους και τους δικηγόρους. Ο [[Λένιν]], ο οποίος ευρισκόταν σε τηλεγραφική επικοινωνία με τον Μπέλα Κουν, τον συμβούλευε να τουφεκίσει κατά προτεραιότητα τους Σοσιαλδημοκράτες και τους «μικροαστούς». Ωστόσο, η πολιτική την οποία ακολουθούσε ο Μπέλα Κουν δεν διέθετε το σύνολο των χαρακτηριστικών της [[Μπολσεβίκοι|μπολσεβίκικης]] πολιτικής που ακολουθούσε ο Λένιν. Πράγματι, σε αντίθεση με τον [[Λένιν]], ο Μπέλα Κουν κολεκτιβοποιούσε τα εδάφη και δεν τα μοίραζε εκ νέου, αποξενώνοντας, με αυτόν τρόπο, από την κυβέρνηση την αγροτιά. Ο Κουν, σε ένα μήνυμά του προς τους Ούγγρους εργάτες, συνιστούσε «την άσκηση μιας αμείλικτης, ταχείας και αποφασιστικής βίας, με στόχο τη διάλυση της αντίστασης των εκμεταλλευτών, των καπιταλιστών, των μεγαλοκτηματιών και των οργάνων τους<ref>Stéphane Courtois in ''Le Livre noir du communisme'', Robert Laffont, 1997, p. 301.</ref>». |
||
=== Δράσεις καταστολής === |
=== Δράσεις καταστολής === |
||
{{Κύριο|Κόκκινη τρομοκρατία (Ουγγαρία)}} |
{{Κύριο|Κόκκινη τρομοκρατία (Ουγγαρία)}} |
||
[[Αρχείο:Béla-kun-1-tibor-számuelly-2-uno-mayo-1919--outlawsdiary02tormuoft.png|thumb|Οι [[Τίμπορ Σαμουέλι]] και [[Μπέλα Κουν]] (στο κέντρο).]] |
[[Αρχείο:Béla-kun-1-tibor-számuelly-2-uno-mayo-1919--outlawsdiary02tormuoft.png|thumb|Οι [[Τίμπορ Σαμουέλι]] και [[Μπέλα Κουν]] (στο κέντρο).]] |
||
Οι Κομμουνιστές δεν διέθεταν ουσιαστικό λαϊκό έρεισμα στην Ουγγαρία<ref>[[Miklós Molnar]], ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 336.</ref>, ενώ τα μέτρα που ελήφθησαν από το καθεστώς σύντομα προκάλεσαν αντιδράσεις, με τους χωρικούς και το αγροτικό προλετεριάτο, μεταξύ άλλων, να είναι ιδιαιτέρως δυσαρεστημένοι με την κολεκτιβοποίηση των εδαφών αντί για την αναδιανομή τους. Η Σοβιετική Δημοκρατία επιχείρησε, τότε, να εδραιωθεί στην εξουσία μέσω κατασταλτικών δράσεων, εγκαθιστώντας το λεγόμενο καθεστώς της ''[[Κόκκινη τρομοκρατία (Ουγγαρία)|Κόκκινης τρομοκρατίας]]'', για την οποία υπεύθυνη ήταν η παρααστυνομία των ''Δυνάμεων Τρομοκρατίας του Επαναστατικού Συμβουλίου Διακυβέρνησης'', οι οποίες ήσαν γνωστές με το ψευδώνυμο των «Παιδιών του Λένιν» (''Lenin fiúk''), ενώ είχε ως απολογισμό αρκετές εκατοντάδες θύματα μεταξύ των αντιφρονούντων ή των απείθαρχων<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 335-336.</ref>. Αριθμός εγκλημάτων διεπράχθησαν, όπως το κρέμασμα αγροτών οι οποίοι αντετίθεντο στις κατασχέσεις ή την κολεκτιβοποίηση των γαιών<ref>Stéphane Courtois in ''Le Livre noir du communisme'', Robert Laffont, 1997, p. 302.</ref>. Οι βιαιοπραγίες των ''Παιδιών του Λένιν'' οδήγησαν, τελικώς, |
Οι Κομμουνιστές δεν διέθεταν ουσιαστικό λαϊκό έρεισμα στην Ουγγαρία<ref>[[Miklós Molnar]], ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 336.</ref>, ενώ τα μέτρα που ελήφθησαν από το καθεστώς σύντομα προκάλεσαν αντιδράσεις, με τους χωρικούς και το αγροτικό προλετεριάτο, μεταξύ άλλων, να είναι ιδιαιτέρως δυσαρεστημένοι με την κολεκτιβοποίηση των εδαφών αντί για την αναδιανομή τους. Η Σοβιετική Δημοκρατία επιχείρησε, τότε, να εδραιωθεί στην εξουσία μέσω κατασταλτικών δράσεων, εγκαθιστώντας το λεγόμενο καθεστώς της ''[[Κόκκινη τρομοκρατία (Ουγγαρία)|Κόκκινης τρομοκρατίας]]'', για την οποία υπεύθυνη ήταν η παρααστυνομία των ''Δυνάμεων Τρομοκρατίας του Επαναστατικού Συμβουλίου Διακυβέρνησης'', οι οποίες ήσαν γνωστές με το ψευδώνυμο των «Παιδιών του Λένιν» (''Lenin fiúk''), ενώ είχε ως απολογισμό αρκετές εκατοντάδες θύματα μεταξύ των αντιφρονούντων ή των απείθαρχων<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 335-336.</ref>. Αριθμός εγκλημάτων διεπράχθησαν, όπως το κρέμασμα αγροτών οι οποίοι αντετίθεντο στις κατασχέσεις ή την κολεκτιβοποίηση των γαιών<ref>Stéphane Courtois in ''Le Livre noir du communisme'', Robert Laffont, 1997, p. 302.</ref>. Οι βιαιοπραγίες των ''Παιδιών του Λένιν'' οδήγησαν, τελικώς, στη διάλυσή τους και η πλειονότητά τους εντάχθηκε στον στρατό, ωστόσο η Τρομοκρατία εξακολούθησε να υφίσταται. |
||
Το καθεστώς τρομοκρατίας άρχισε σταδιακά να προκαλεί εντάσεις με το κεντρώο τμήμα των Σοσιαλδημοκρατών, σε αντίθεση με το αριστερό τους πολιτικό ρεύμα, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη συμφωνία με τους Κομμουνιστές, με τους οποίους και μοιραζόταν την κυβερνητική εξουσία. Κατά |
Το καθεστώς τρομοκρατίας άρχισε σταδιακά να προκαλεί εντάσεις με το κεντρώο τμήμα των Σοσιαλδημοκρατών, σε αντίθεση με το αριστερό τους πολιτικό ρεύμα, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη συμφωνία με τους Κομμουνιστές, με τους οποίους και μοιραζόταν την κυβερνητική εξουσία. Κατά τη διάρκεια του μήνα Ιουνίου, το συνέδριο του κόμματος ακολούθησε η διακήρυξη της ''Εθνοσυνέλευσης των Συμβουλίων'', συντακτικής συνέλευσης η οποία υιοθέτησε την αρχή της [[δικτατορία του προλεταριάτου|δικτατορίας του προλεταριάτου]] και ανακήρυξε την Ουγγαρία ως ''Σοσιαλιστικό Ομοσπονδιακό Κράτος''. |
||
== Διεθνής θέση και συγκρούσεις == |
== Διεθνής θέση και συγκρούσεις == |
||
{{Κύριο|Ουγγρικός-Ρουμανικός Πόλεμος του 1919}} |
{{Κύριο|Ουγγρικός-Ρουμανικός Πόλεμος του 1919}} |
||
[[Image:Bitangok!.jpg|thumb|Αφίσα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας από τον Μιχάλι Μπίρο (1919): «''Καθάρματα ! Αυτό επιθυμείτε;''» - οι [[Ανρί Μπερτελό]], [[Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ|Λόιντ Τζορτζ]] και [[Γούντροου Ουίλσον|Ουίλσον]] εμφανίζονται στα αριστερά, ενώ ο [[Ζωρζ Κλεμανσώ|Κλεμανσώ]] και ο Βασιλέας [[Φερδινάνδος Α΄ της Ρουμανίας|Φερδινάνδος της Ρουμανίας]] στα δεξιά του τραπεζιού.]] |
[[Image:Bitangok!.jpg|thumb|Αφίσα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας από τον Μιχάλι Μπίρο (1919): «''Καθάρματα ! Αυτό επιθυμείτε;''» - οι [[Ανρί Μπερτελό]], [[Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ|Λόιντ Τζορτζ]] και [[Γούντροου Ουίλσον|Ουίλσον]] εμφανίζονται στα αριστερά, ενώ ο [[Ζωρζ Κλεμανσώ|Κλεμανσώ]] και ο Βασιλέας [[Φερδινάνδος Α΄ της Ρουμανίας|Φερδινάνδος της Ρουμανίας]] στα δεξιά του τραπεζιού.]] |
||
[[Image:1919 Arad Occupation fr 75fillér.jpg|thumb|left|Ουγγρικό γραμματόσημο φέρων |
[[Image:1919 Arad Occupation fr 75fillér.jpg|thumb|left|Ουγγρικό γραμματόσημο φέρων τη σημείωση ''Γαλλική κατοχή'' το 1919.]] |
||
Το Ουγγρικό Καθεστώς ευρέθηκε άμεσα αντιμέτωπο με ένα αρνητικό διπλωματικό κλίμα, ενώ η [[Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία]], απασχολημένη με τον [[Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος|Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο]], αδυνατούσε να του παράσχει ουσιαστική βοήθεια. Η Κομμουνιστική Ουγγαρία επιθυμούσε να ανακτήσει τα απολεσθέντα από την Ουγγαρία εδάφη και, σε σύντομο διάστημα, ήρθε σε σύγκρουση με το σύνολο των γειτονικών της χωρών. Τον Απρίλιο, τα [[Τσεχοσλοβακία|τσεχοσλοβακικά]] στρατεύματα επιτέθηκαν στην Κομμουνιστική Ουγγαρία, προκειμένου να την εμποδίσουν να ανακτήσει τα εδάφη της πρώην [[Άνω Ουγγαρία]]ς, τα οποία αποτελούσαν |
Το Ουγγρικό Καθεστώς ευρέθηκε άμεσα αντιμέτωπο με ένα αρνητικό διπλωματικό κλίμα, ενώ η [[Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία]], απασχολημένη με τον [[Ρωσικός Εμφύλιος Πόλεμος|Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο]], αδυνατούσε να του παράσχει ουσιαστική βοήθεια. Η Κομμουνιστική Ουγγαρία επιθυμούσε να ανακτήσει τα απολεσθέντα από την Ουγγαρία εδάφη και, σε σύντομο διάστημα, ήρθε σε σύγκρουση με το σύνολο των γειτονικών της χωρών. Τον Απρίλιο, τα [[Τσεχοσλοβακία|τσεχοσλοβακικά]] στρατεύματα επιτέθηκαν στην Κομμουνιστική Ουγγαρία, προκειμένου να την εμποδίσουν να ανακτήσει τα εδάφη της πρώην [[Άνω Ουγγαρία]]ς, τα οποία αποτελούσαν τη [[Σλοβακία]]. Οι Ούγγροι διακήρυξαν, τότε, τη γενική επιστράτευση και σχημάτισαν τον Ουγγρικό Κόκκινο Στρατό, του οποίου η αντεπίθεση οδήγησε σε σημαντικές νίκες και την κατάληψη της Σλοβακίας, όπου μια [[Σλοβακική Σοβιετική Δημοκρατία]] διακηρύχθηκε. |
||
Στις 30 Μαΐου, μια αντικομμουνιστική «αντικυβέρνηση» ιδρύθηκε στο [[Σέγκεντ]], στην ηγεσία της οποίας ευρισκόταν ο [[Γκιούλα Κάρολι]]. Τον Ιούνιο, οι διατάξεις της [[Σύνοδος Ειρήνης του Παρισιού (1919)|Συνόδου Ειρήνης του Παρισιού]] έθεσε ένα τέλος |
Στις 30 Μαΐου, μια αντικομμουνιστική «αντικυβέρνηση» ιδρύθηκε στο [[Σέγκεντ]], στην ηγεσία της οποίας ευρισκόταν ο [[Γκιούλα Κάρολι]]. Τον Ιούνιο, οι διατάξεις της [[Σύνοδος Ειρήνης του Παρισιού (1919)|Συνόδου Ειρήνης του Παρισιού]] έθεσε ένα τέλος στη σύγκρουση μεταξύ Ούγγρων και Τσεχοσλοβάκων. Οι Σύμμαχοι ήσαν μοιρασμένοι αναφορικά με τη στάση που θα τηρούσαν απέναντι στο καθεστώς του Μπέλα Κουν: ενώ οι [[Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ]] και [[Γούντροου Ουίλσον]] είχαν υιοθετήσει μετριοπαθείς θέσεις, ο [[Ζωρζ Κλεμανσώ]], αντιθέτως, ήταν αδιάλλακτος απέναντι στους «συνεργούς του Λένιν». Ο [[Νότια Αφρική|Νοτιοαφρικανός]] [[Γιαν Σματς]] εστάλη προκειμένου να διαπραγματευτεί με τον Μπέλα Κουν, ωστόσο οι διαπραγματεύσεις προσέκρουσαν στο ζήτημα των θέσεων των ρουμανικών στρατευμάτων, τα οποία ο Κουν επιθυμούσε να υποχωρήσουν πέρα του [[Μούρες (ποταμός)|ποταμού Μούρες]]. Για τον ''περιορισμό της κόκκινης απειλής'' στην [[Τρανσυλβανία]] και τη [[Βεσσαραβία]], η Γαλλία απέστειλε το [[Ανρί Μπερτελό|Στράτευμα Μπερτελό]] στη [[Βασίλειο της Ρουμανίας|Ρουμανία]], ''προγεφύρωμα της Αντάντ'', το οποίο ευρισκόταν εγκλωβισμένο μεταξύ των δύο κομμουνιστικών καθεστώτων : της Ουγγαρίας και της Ρωσίας. Το σχέδιο του [[Φερντινάν Φος|Στρατάρχη Φος]] της άμεσης επίθεσης του συμμαχικού στρατεύματος εναντίον της Ουγγαρίας, ωστόσο, απορρίφθηκε (καθώς αρκετοί στρατιώτες ήσαν φίλα διακείμενοι προς τα [[Κομμουνισμός|κομμουνιστικά ιδεώδη]]), ενώ ήταν, τελικώς, τα γαλλοσερβικά στρατεύματα του [[Λουί Φρανσέ ντ'Εσπερέ|Φρανσέ ντ'Εσπερέ]] και τα γαλλορουμανικά του Μπερτελό που αναδιοργανώθηκαν, προκειμένου να επέμβουν στην Ουγγαρία και να εκδιώξουν τους Κομμουνιστές από την εξουσία<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 337.</ref>. |
||
Στις 15 και 16 Απριλίου, οι Ούγγροι πραγματοποίησαν προληπτική επίθεση εναντίον των Γαλλορουμάνων, ωστόσο η αντεπίθεση των τελευταίων έσπασε τις ουγγρικές γραμμές και, κατά τις αρχές του μήνα Μαΐου, οι δυνάμεις του Ανρί Μπερτελό κατέλαβαν την ανατολική όχθη του ποταμού [[Τίσα]], σύμφωνα με τον εδαφικό διαμοιρασμό που προβλεπόταν από το σημείωμα Βιξ. Στις 2 Μαΐου, η Ουγγρική Κυβέρνηση ζήτησε ειρήνη. |
Στις 15 και 16 Απριλίου, οι Ούγγροι πραγματοποίησαν προληπτική επίθεση εναντίον των Γαλλορουμάνων, ωστόσο η αντεπίθεση των τελευταίων έσπασε τις ουγγρικές γραμμές και, κατά τις αρχές του μήνα Μαΐου, οι δυνάμεις του Ανρί Μπερτελό κατέλαβαν την ανατολική όχθη του ποταμού [[Τίσα]], σύμφωνα με τον εδαφικό διαμοιρασμό που προβλεπόταν από το σημείωμα Βιξ. Στις 2 Μαΐου, η Ουγγρική Κυβέρνηση ζήτησε ειρήνη. |
||
Ο Μπέλα Κουν στόχευε, ωστόσο, στην ανάκτηση των απολεσθέντων εδαφών και προετοίμαζε επίθεση εναντίον των Τσεχοσλοβάκων και των Ρουμάνων: στις 20 Μαΐου, ο Ουγγρικός Κόκκινος Στρατός επιτέθηκε και απώθησε τα τσεχοσλαβακικές και ρουμανικές δυνάμεις. Μια εκ νέου επίθεση των ουγγρικών δυνάμεων εναντίον του ρουμανικού στρατού, η οποία έλαβε χώρα μεταξύ της 17ης και της 20ής Ιουλίου, είχε, ωστόσο, καταστροφικά αποτελέσματα. Οι Γαλλορουμάνοι, οι οποίοι είχαν λάβει ενισχύσεις και εξοπλισμό μέσω της [[Μαύρη Θάλασσα|Μαύρης Θάλασσας]], εισχώρησαν εντός των θέσεων των ουγγρικών στρατευμάτων: στις 26 του ιδίου μήνα, ήλεγχαν εκ νέου την ανατολική όχθη του Τίσα, ενώ, κατά |
Ο Μπέλα Κουν στόχευε, ωστόσο, στην ανάκτηση των απολεσθέντων εδαφών και προετοίμαζε επίθεση εναντίον των Τσεχοσλοβάκων και των Ρουμάνων: στις 20 Μαΐου, ο Ουγγρικός Κόκκινος Στρατός επιτέθηκε και απώθησε τα τσεχοσλαβακικές και ρουμανικές δυνάμεις. Μια εκ νέου επίθεση των ουγγρικών δυνάμεων εναντίον του ρουμανικού στρατού, η οποία έλαβε χώρα μεταξύ της 17ης και της 20ής Ιουλίου, είχε, ωστόσο, καταστροφικά αποτελέσματα. Οι Γαλλορουμάνοι, οι οποίοι είχαν λάβει ενισχύσεις και εξοπλισμό μέσω της [[Μαύρη Θάλασσα|Μαύρης Θάλασσας]], εισχώρησαν εντός των θέσεων των ουγγρικών στρατευμάτων: στις 26 του ιδίου μήνα, ήλεγχαν εκ νέου την ανατολική όχθη του Τίσα, ενώ, κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ της 29ης και της 30ής Ιουλίου, διέσχισαν τον Τίσα και κινήθηκαν εναντίον της Βουδαπέστης, ενώ ο Ουγγρικός Κόκκινος Στρατός ετράπη σε φυγή. |
||
== Πτώση του καθεστώτος == |
== Πτώση του καθεστώτος == |
||
{{Κύριο|Λευκή Τρομοκρατία (Ουγγαρία)}} |
{{Κύριο|Λευκή Τρομοκρατία (Ουγγαρία)}} |
||
[[File:Republic of Councils Monument, Memento Park 2010, Budapest.jpg|thumb|Μνημείο |
[[File:Republic of Councils Monument, Memento Park 2010, Budapest.jpg|thumb|Μνημείο στη Δημοκρατία των Συμβουλίων χρονολογούμενο από την [[Ουγγρική Λαϊκή Δημοκρατία]], σήμερα εκτιθέμενο στο [[Πάρκο Μέμεντο]] ([[Βουδαπέστη]]).]] |
||
Στη Βουδαπέστη, το καθεστώς της Δημοκρατίας των Συμβουλίων αγωνιούσε. Συγκεκριμένα, ο Μπέλα Κουν κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία απόπειρα ανατροπής του, εμπνευστής της οποίας ενδεχομένως να ήταν ο Τίμπορ Σαμουέλι<ref>Stéphane Courtois in ''Le Livre noir du communisme'', Robert Laffont, 1997, p. 303.</ref>. Την 1η Αυγούστου, η επαναστατική κυβέρνηση παραιτήθηκε και ο Κουν εγκατέλειψε την πρωτεύουσα, υπό την προστασία του ιταλικού εκστρατευτικού σώματος. Ο [[Γκιούλα Πέιντλ]] ανέλαβε επικεφαλής της κυβέρνησης και ανακοίνωσε την ακύρωση των πλέον αντιλαϊκών εκ των ριζοσπαστικών μέτρων, αποκαθιστώντας την αρχή της ιδιωτικής περιουσίας και κλείνοντας τα επαναστατικά δικαστήρια, ωστόσο ανετράπη από τις 6, κιόλας, του ιδίου μήνα και αντικαταστάθηκε από τον μοναρχικό [[Ιστβάν Φρίντριχ]]. Ο Αρχιδούκας [[Ιωσήφ-Αύγουστος των Αψβούργων-Λωρραίνης]], ο οποίος είχε τεθεί υπό κατ'οίκον περιορισμό από το κομμουνιστικό καθεστώς, ανακήρυξε εαυτόν εκ νέου ως αντιβασιλέα του Βασιλείου, ωστόσο ούτε ο ίδιος ούτε ο Φρίντριχ έλαβαν τη στήριξη της Αντάντ και υποχρεώθηκε σε παραίτηση από τις αρμοδιότητές του στις 23 Αυγούστου του ιδίου έτους. Ο Γαλλορουμανικός στρατός του Ανρί Μπερτελό, ο οποίος είχε εισέλθει στις 6 Αυγούστου 1919 στη Βουδαπέστη, παρέμεινε εντός αυτής έως τον Νοέμβριο, ημερομηνία κατά την οποία ο [[Μικλός Χόρτι]], Υπουργός Πολέμου της αντεπαναστατικής κυβέρνησης, εισήλθε στην πρωτεύουσα. |
|||
Μετά την πτώση της Δημοκρατίας των Συμβουλίων, η Ουγγαρία γνώρισε μια περίοδο [[Λευκή Τρομοκρατία (Ουγγαρία)|λευκής τρομοκρατίας]]: οι αντεπαναστατικές δυνάμεις πάταξαν τους πραγματικούς ή υποτιθέμενους υποστηρικτές του καθεστώτος, στοχεύοντας ιδιαιτέρως τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες, εκ των οποίων ορισμένοι υποχρεώθηκαν σε εξορία. Η πλειονότητα των επιτρόπων του λαού και ενεργοί υποστηρικτές της Δημοκρατίας των Συμβουλίων ήσαν [[Εβραίοι]] ή εβραϊκής καταγωγής<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 339.</ref>, κάτι που χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για [[Αντισημιτισμός|βιαιοπραγίες σε βάρος των Εβραίων]] κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας, καθώς και για μέτρα διακρίσεων σε βάρος των Εβραίων, τα οποία ελήφθησαν από το [[Βασίλειο της Ουγγαρίας (1920-1946)|καθεστώς του Μικλός Χόρτι]]. |
Μετά την πτώση της Δημοκρατίας των Συμβουλίων, η Ουγγαρία γνώρισε μια περίοδο [[Λευκή Τρομοκρατία (Ουγγαρία)|λευκής τρομοκρατίας]]: οι αντεπαναστατικές δυνάμεις πάταξαν τους πραγματικούς ή υποτιθέμενους υποστηρικτές του καθεστώτος, στοχεύοντας ιδιαιτέρως τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες, εκ των οποίων ορισμένοι υποχρεώθηκαν σε εξορία. Η πλειονότητα των επιτρόπων του λαού και ενεργοί υποστηρικτές της Δημοκρατίας των Συμβουλίων ήσαν [[Εβραίοι]] ή εβραϊκής καταγωγής<ref>Miklós Molnar, ''Histoire de la Hongrie'', Hatier, 1996, p. 339.</ref>, κάτι που χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για [[Αντισημιτισμός|βιαιοπραγίες σε βάρος των Εβραίων]] κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας, καθώς και για μέτρα διακρίσεων σε βάρος των Εβραίων, τα οποία ελήφθησαν από το [[Βασίλειο της Ουγγαρίας (1920-1946)|καθεστώς του Μικλός Χόρτι]]. |
||
Έκδοση από την 12:31, 28 Οκτωβρίου 2022
| Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία Magyarországi Tanácsköztársaság | ||||||
| Σοβιετική Δημοκρατία | ||||||
| ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ||||||
Κόκκινο = η Δημοκρατία των Συμβουλίων
Ώχρα = απολεσθέντα εδάφη τον Απρίλιο του 1919 απέναντι στα γαλλορουμανικά στρατεύματα του Μπερτελό Ροζ = ανακτηθέντα εδάφη τον Μάιο του 1919 απέναντι στους Τσεχοσλβάκους Μπλε = εδάφη υπό τον έλεγχο των γαλλοσερβικών στρατευμάτων του Φρανσέ ντ'Εσπερέ. | ||||||
| Πρωτεύουσα | Βουδαπέστη | |||||
| Γλώσσες | Ουγγρικά | |||||
| Πολίτευμα | Δημοκρατία των Συμβουλίων Κομμουνιστικό Καθεστώς | |||||
| Ιστορική εποχή | Α'ΠΠ/Μεσοπόλεμος | |||||
| - | Διακήρυξη | 21 Μαρτίου 1919 | ||||
| - | Κατάληψη της Βουδαπέστης από τα στρατεύματα του Μπερτελό και κατάρρευση του καθεστώτος. | 6 Αυγούστου 1919 | ||||
| - | Επίσημη παραίτηση | 28 Νοεμβρίου 1918 | ||||
| Νόμισμα | Αυστροουγγρική Κορόνα | |||||

Η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία (στα ουγγρικά, Magyarországi Tanácsköztársaság, το οποίο μεταφράζεται ως Ουγγρική Δημοκρατία των Συμβουλίων[1][2]) ήταν το πολιτικό καθεστώς της Ουγγαρίας από τις 21 Μαρτίου 1919 έως τις 6 Αυγούστου του ιδίου έτους.
Το ουγγρικό καθεστώς ήταν η δεύτερη κυβέρνηση κομμουνιστικής ιδεολογίας στην παγκόσμια ιστορία, μετά εκείνη της Σοβιετικής Ρωσίας η οποία είχε διακηρυχθεί το 1917.
Διήρκεσε μονάχα 133 ημέρες και κατέρρευσε όταν οι ρουμανικές, σερβικές και εθνικιστικές δυνάμεις υποστηριζόμενες από το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό την ηγεσία του Ανρί Μπερτελό, κατέλαβαν τη Βουδαπέστη στις 6 Αυγούστου 1919 με το πέρας του Πολέμου του Καλοκαιριού του 1919.
Το καθεστώς αυτό εμπνεύστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα εργατικά συμβούλια (Σοβιέτ) της Ρωσίας (το 1905, καθώς και την περίοδο μεταξύ 1917-1918) και της Γερμανίας (1918-1919).
Πλαίσιο
Στις 16 Νοεμβρίου 1918, η Ουγγρική Λαϊκή Δημοκρατία, διαδέχθηκε την Ουγγρική Μοναρχία εντός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.
Η Δημοκρατία διακηρύχτηκε από τον Κόμη Μιχάλι Κάρολι, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνεργασίας, στην οποία περιλαμβανόταν το Ουγγρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.
Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, το Κόμμα Κομμουνιστών Ουγγαρίας ιδρύθηκε μέσω της συγχώνευσης διάφορων ετερόκλητων πολιτικών ομάδων, στις οποίες περιλαμβάνονταν αντιφρονούντα στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών, Αναρχοσυνδικαλιστές, καθώς και Κομμουνιστές οι οποίοι είχαν επιστρέψει από τη Σοβιετική Ρωσία, μεταξύ των οποίων αριθμός πρώην Αυστροούγγρων αιχμαλώτων πολέμου, οι οποίοι είχαν γίνει Κομμουνιστές κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους στη Ρωσία[3]. Ο Μπέλα Κουν, ο οποίος είχε επιστρέψει από τη Μόσχα με άτυπη εξουσιοδότηση του Λένιν, ανέλαβε την πολιτική ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος[4].
Μια βαθιά εθνικιστική δυσαρέσκεια προκλήθηκε από την ήττα το 1918, με σημαντικότερη επίπτωση για τη χώρα, τη σημαντική αφαίρεση εδαφών που της επιβλήθηκε από την Τριπλή Αντάντ με το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου[5]. Η χώρα ευρισκόταν σε πλήρη αναρχία, καθώς η κατάσταση αυτή είχε οδηγήσει εκατομμύρια Ούγγρους σε συνθήκες ανεργίας ή ανέχειας. Όσοι ευρίσκονταν σε μειονεκτική θέση, όπως οι αποστρατευθέντες στρατιώτες, ήσαν πιο ευάλωτοι στην κομμουνιστική προπαγάνδα[6].
Στις αρχές του 1919, οι πολιτικοί ηγέτες των Κομμουνιστών φυλακίστηκαν για απόπειρα πραξικοπήματος, ωστόσο, οι Σοσιαλδημοκράτες ήρθαν σύντομα σε επαφή μαζί τους για τη διαπραγμάτευση συγχώνευσης μεταξύ των δύο κομμάτων[7].
Κατάληψη της εξουσίας

Στις 20 Μαρτίου, εμπρός στο τελεσίγραφο του Σημειώματος Βιξ το οποίο απαιτούσε, εις το όνομα της Τριπλής Αντάντ, μία εκ νέου υποχώρηση των συνόρων της Ουγγαρίας, ο Μιχάλι Κάρολι και ο επικεφαλής της κυβέρνησής του, Ντένες Μπέρινκεϊ, παραιτήθηκαν. Ο Κάρολι σκόπευε να σχηματίσει εκ νέου μια νέα κυβέρνηση σε συνεργασία με τους Σοσιαλδημοκράτες ωστόσο, άμεσα, άρχισε να κυκλοφορεί σημείωμα, το έφερε το όνομα και την υπογραφή του, μέσω του οποίου αναφερόταν πως «παρέδειδε την εξουσία στο προλετεριάτο». Ο Κάρολι ουδέποτε αποδέχθηκε πως ο ίδιος είχε συντάξει και υπογράψει το συγκεκριμένο σημείωμα[8].
Στις 21 Μαρτίου διακηρύχτηκε το Επαναστατικό Συμβούλιο Διακυβέρνησης, το οποίο αποτελείτο από περίπου τριάντα επιτρόπους του λαού, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των Κομμουνιστών ή των Σοσιαλδημοκρατών, επικεφαλής των οποίων τέθηκε ένα πενταμελές διευθυντήριο. Ο Σάντορ Γκάρμπαϊ, ο οποίος προερχόταν από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ήταν ο επίσημος αρχηγός της κυβέρνησης ως πρόεδρος του διευθυντηρίου, ωστόσο η εξουσία ανήκε, ουσιαστικά, κυρίως στον Κομμουνιστή Μπέλα Κουν, ο οποίος κατείχε τη θέση του επιτρόπου επί των εξωτερικών υποθέσεων[9]. Ο Τίμπορ Σαμουέλι, επίτροπος επί των στρατιωτικών υποθέσεων, ήταν ένας εκ των σημαντικότερων πολιτικών ηγετών του καθεστώτος. Οι Γιένο Λάντλερ και Μπέλα Βάγκο ήσαν επίτροποι επί των εσωτερικών υποθέσεων, ο Όττο Κόρβιν ήταν υπεύθυνος ασφαλείας, ο Γκέοργκ Λούκατς ήταν υπεύθυνος επί των πολιτιστικών υποθέσεων, ενώ ο Μάτιας Ράκοσι, μελλοντικός ηγέτης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, ήταν επίτροπος επί των εμπορικών υποθέσεων[10].
Πολιτικά μέτρα


Η επαναστατική κυβέρνηση αποφάσισε σε σύντομο διάστημα την κρατικοποίηση αριθμού επιχειρήσεων, τραπεζών, ασφαλιστικών εταιρειών, του χονδρικού εμπορίου, καθώς και των ενοικιαζόμενων πολυκατοικιών. Τα εδάφη που ανήκαν σε μεγαλοκτηματίες κατασχέθηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά έχαιραν κοινωνικών προνομίων, ενώ ο Τύπος, ο πολιτισμός και τα ελεύθερα επαγγέλματα τέθηκαν υπό κρατικά μέτρα ελέγχου. Η οικονομία της χώρας, ήδη καταπονημένη από τον πόλεμο, κατέρρευσε, προκαλώντας καταστάσεις ελλείψεων. Η ουγγρική κορόνα, στην ισοτιμία της με το ελβετικό φράγκο, απώλεσε ποσοστό της τάξεως του 90 % επί της αξίας της[11]. Από την πρώτη τους, κιόλας, συνέλευση, οι επίτροποι αποφάσισαν τη δημιουργία «επαναστατικών δικαστηρίων» με δικαστές επιλεγμένους από τον λαό. Ο στρατός και η αστυνομία διαλύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια «επαναστατική πολιτοφυλακή». Τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα απαγορεύτηκαν, καθώς και ο ελευθεροτεκτονισμός[12]. Η εργασία κατέστη υποχρεωτική, ενώ στις επιχειρήσεις που απασχολούσαν άνω των είκοσι εργατών, στη συνέχεια άνω των δέκα, και τέλος κάτω των δέκα εργατών, επιβλήθηκε απαλλοτρίωση. Τα οικονομικά και δικαστικά μέτρα σύντομα αποξένωσαν την κυβέρνηση από τους εμπόρους, τους εργαζόμενους και τους δικηγόρους. Ο Λένιν, ο οποίος ευρισκόταν σε τηλεγραφική επικοινωνία με τον Μπέλα Κουν, τον συμβούλευε να τουφεκίσει κατά προτεραιότητα τους Σοσιαλδημοκράτες και τους «μικροαστούς». Ωστόσο, η πολιτική την οποία ακολουθούσε ο Μπέλα Κουν δεν διέθετε το σύνολο των χαρακτηριστικών της μπολσεβίκικης πολιτικής που ακολουθούσε ο Λένιν. Πράγματι, σε αντίθεση με τον Λένιν, ο Μπέλα Κουν κολεκτιβοποιούσε τα εδάφη και δεν τα μοίραζε εκ νέου, αποξενώνοντας, με αυτόν τρόπο, από την κυβέρνηση την αγροτιά. Ο Κουν, σε ένα μήνυμά του προς τους Ούγγρους εργάτες, συνιστούσε «την άσκηση μιας αμείλικτης, ταχείας και αποφασιστικής βίας, με στόχο τη διάλυση της αντίστασης των εκμεταλλευτών, των καπιταλιστών, των μεγαλοκτηματιών και των οργάνων τους[13]».
Δράσεις καταστολής

Οι Κομμουνιστές δεν διέθεταν ουσιαστικό λαϊκό έρεισμα στην Ουγγαρία[14], ενώ τα μέτρα που ελήφθησαν από το καθεστώς σύντομα προκάλεσαν αντιδράσεις, με τους χωρικούς και το αγροτικό προλετεριάτο, μεταξύ άλλων, να είναι ιδιαιτέρως δυσαρεστημένοι με την κολεκτιβοποίηση των εδαφών αντί για την αναδιανομή τους. Η Σοβιετική Δημοκρατία επιχείρησε, τότε, να εδραιωθεί στην εξουσία μέσω κατασταλτικών δράσεων, εγκαθιστώντας το λεγόμενο καθεστώς της Κόκκινης τρομοκρατίας, για την οποία υπεύθυνη ήταν η παρααστυνομία των Δυνάμεων Τρομοκρατίας του Επαναστατικού Συμβουλίου Διακυβέρνησης, οι οποίες ήσαν γνωστές με το ψευδώνυμο των «Παιδιών του Λένιν» (Lenin fiúk), ενώ είχε ως απολογισμό αρκετές εκατοντάδες θύματα μεταξύ των αντιφρονούντων ή των απείθαρχων[15]. Αριθμός εγκλημάτων διεπράχθησαν, όπως το κρέμασμα αγροτών οι οποίοι αντετίθεντο στις κατασχέσεις ή την κολεκτιβοποίηση των γαιών[16]. Οι βιαιοπραγίες των Παιδιών του Λένιν οδήγησαν, τελικώς, στη διάλυσή τους και η πλειονότητά τους εντάχθηκε στον στρατό, ωστόσο η Τρομοκρατία εξακολούθησε να υφίσταται.
Το καθεστώς τρομοκρατίας άρχισε σταδιακά να προκαλεί εντάσεις με το κεντρώο τμήμα των Σοσιαλδημοκρατών, σε αντίθεση με το αριστερό τους πολιτικό ρεύμα, το οποίο βρισκόταν σε πλήρη συμφωνία με τους Κομμουνιστές, με τους οποίους και μοιραζόταν την κυβερνητική εξουσία. Κατά τη διάρκεια του μήνα Ιουνίου, το συνέδριο του κόμματος ακολούθησε η διακήρυξη της Εθνοσυνέλευσης των Συμβουλίων, συντακτικής συνέλευσης η οποία υιοθέτησε την αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου και ανακήρυξε την Ουγγαρία ως Σοσιαλιστικό Ομοσπονδιακό Κράτος.
Διεθνής θέση και συγκρούσεις


Το Ουγγρικό Καθεστώς ευρέθηκε άμεσα αντιμέτωπο με ένα αρνητικό διπλωματικό κλίμα, ενώ η Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία, απασχολημένη με τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο, αδυνατούσε να του παράσχει ουσιαστική βοήθεια. Η Κομμουνιστική Ουγγαρία επιθυμούσε να ανακτήσει τα απολεσθέντα από την Ουγγαρία εδάφη και, σε σύντομο διάστημα, ήρθε σε σύγκρουση με το σύνολο των γειτονικών της χωρών. Τον Απρίλιο, τα τσεχοσλοβακικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Κομμουνιστική Ουγγαρία, προκειμένου να την εμποδίσουν να ανακτήσει τα εδάφη της πρώην Άνω Ουγγαρίας, τα οποία αποτελούσαν τη Σλοβακία. Οι Ούγγροι διακήρυξαν, τότε, τη γενική επιστράτευση και σχημάτισαν τον Ουγγρικό Κόκκινο Στρατό, του οποίου η αντεπίθεση οδήγησε σε σημαντικές νίκες και την κατάληψη της Σλοβακίας, όπου μια Σλοβακική Σοβιετική Δημοκρατία διακηρύχθηκε.
Στις 30 Μαΐου, μια αντικομμουνιστική «αντικυβέρνηση» ιδρύθηκε στο Σέγκεντ, στην ηγεσία της οποίας ευρισκόταν ο Γκιούλα Κάρολι. Τον Ιούνιο, οι διατάξεις της Συνόδου Ειρήνης του Παρισιού έθεσε ένα τέλος στη σύγκρουση μεταξύ Ούγγρων και Τσεχοσλοβάκων. Οι Σύμμαχοι ήσαν μοιρασμένοι αναφορικά με τη στάση που θα τηρούσαν απέναντι στο καθεστώς του Μπέλα Κουν: ενώ οι Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ και Γούντροου Ουίλσον είχαν υιοθετήσει μετριοπαθείς θέσεις, ο Ζωρζ Κλεμανσώ, αντιθέτως, ήταν αδιάλλακτος απέναντι στους «συνεργούς του Λένιν». Ο Νοτιοαφρικανός Γιαν Σματς εστάλη προκειμένου να διαπραγματευτεί με τον Μπέλα Κουν, ωστόσο οι διαπραγματεύσεις προσέκρουσαν στο ζήτημα των θέσεων των ρουμανικών στρατευμάτων, τα οποία ο Κουν επιθυμούσε να υποχωρήσουν πέρα του ποταμού Μούρες. Για τον περιορισμό της κόκκινης απειλής στην Τρανσυλβανία και τη Βεσσαραβία, η Γαλλία απέστειλε το Στράτευμα Μπερτελό στη Ρουμανία, προγεφύρωμα της Αντάντ, το οποίο ευρισκόταν εγκλωβισμένο μεταξύ των δύο κομμουνιστικών καθεστώτων : της Ουγγαρίας και της Ρωσίας. Το σχέδιο του Στρατάρχη Φος της άμεσης επίθεσης του συμμαχικού στρατεύματος εναντίον της Ουγγαρίας, ωστόσο, απορρίφθηκε (καθώς αρκετοί στρατιώτες ήσαν φίλα διακείμενοι προς τα κομμουνιστικά ιδεώδη), ενώ ήταν, τελικώς, τα γαλλοσερβικά στρατεύματα του Φρανσέ ντ'Εσπερέ και τα γαλλορουμανικά του Μπερτελό που αναδιοργανώθηκαν, προκειμένου να επέμβουν στην Ουγγαρία και να εκδιώξουν τους Κομμουνιστές από την εξουσία[17].
Στις 15 και 16 Απριλίου, οι Ούγγροι πραγματοποίησαν προληπτική επίθεση εναντίον των Γαλλορουμάνων, ωστόσο η αντεπίθεση των τελευταίων έσπασε τις ουγγρικές γραμμές και, κατά τις αρχές του μήνα Μαΐου, οι δυνάμεις του Ανρί Μπερτελό κατέλαβαν την ανατολική όχθη του ποταμού Τίσα, σύμφωνα με τον εδαφικό διαμοιρασμό που προβλεπόταν από το σημείωμα Βιξ. Στις 2 Μαΐου, η Ουγγρική Κυβέρνηση ζήτησε ειρήνη.
Ο Μπέλα Κουν στόχευε, ωστόσο, στην ανάκτηση των απολεσθέντων εδαφών και προετοίμαζε επίθεση εναντίον των Τσεχοσλοβάκων και των Ρουμάνων: στις 20 Μαΐου, ο Ουγγρικός Κόκκινος Στρατός επιτέθηκε και απώθησε τα τσεχοσλαβακικές και ρουμανικές δυνάμεις. Μια εκ νέου επίθεση των ουγγρικών δυνάμεων εναντίον του ρουμανικού στρατού, η οποία έλαβε χώρα μεταξύ της 17ης και της 20ής Ιουλίου, είχε, ωστόσο, καταστροφικά αποτελέσματα. Οι Γαλλορουμάνοι, οι οποίοι είχαν λάβει ενισχύσεις και εξοπλισμό μέσω της Μαύρης Θάλασσας, εισχώρησαν εντός των θέσεων των ουγγρικών στρατευμάτων: στις 26 του ιδίου μήνα, ήλεγχαν εκ νέου την ανατολική όχθη του Τίσα, ενώ, κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταξύ της 29ης και της 30ής Ιουλίου, διέσχισαν τον Τίσα και κινήθηκαν εναντίον της Βουδαπέστης, ενώ ο Ουγγρικός Κόκκινος Στρατός ετράπη σε φυγή.
Πτώση του καθεστώτος

Στη Βουδαπέστη, το καθεστώς της Δημοκρατίας των Συμβουλίων αγωνιούσε. Συγκεκριμένα, ο Μπέλα Κουν κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία απόπειρα ανατροπής του, εμπνευστής της οποίας ενδεχομένως να ήταν ο Τίμπορ Σαμουέλι[18]. Την 1η Αυγούστου, η επαναστατική κυβέρνηση παραιτήθηκε και ο Κουν εγκατέλειψε την πρωτεύουσα, υπό την προστασία του ιταλικού εκστρατευτικού σώματος. Ο Γκιούλα Πέιντλ ανέλαβε επικεφαλής της κυβέρνησης και ανακοίνωσε την ακύρωση των πλέον αντιλαϊκών εκ των ριζοσπαστικών μέτρων, αποκαθιστώντας την αρχή της ιδιωτικής περιουσίας και κλείνοντας τα επαναστατικά δικαστήρια, ωστόσο ανετράπη από τις 6, κιόλας, του ιδίου μήνα και αντικαταστάθηκε από τον μοναρχικό Ιστβάν Φρίντριχ. Ο Αρχιδούκας Ιωσήφ-Αύγουστος των Αψβούργων-Λωρραίνης, ο οποίος είχε τεθεί υπό κατ'οίκον περιορισμό από το κομμουνιστικό καθεστώς, ανακήρυξε εαυτόν εκ νέου ως αντιβασιλέα του Βασιλείου, ωστόσο ούτε ο ίδιος ούτε ο Φρίντριχ έλαβαν τη στήριξη της Αντάντ και υποχρεώθηκε σε παραίτηση από τις αρμοδιότητές του στις 23 Αυγούστου του ιδίου έτους. Ο Γαλλορουμανικός στρατός του Ανρί Μπερτελό, ο οποίος είχε εισέλθει στις 6 Αυγούστου 1919 στη Βουδαπέστη, παρέμεινε εντός αυτής έως τον Νοέμβριο, ημερομηνία κατά την οποία ο Μικλός Χόρτι, Υπουργός Πολέμου της αντεπαναστατικής κυβέρνησης, εισήλθε στην πρωτεύουσα.
Μετά την πτώση της Δημοκρατίας των Συμβουλίων, η Ουγγαρία γνώρισε μια περίοδο λευκής τρομοκρατίας: οι αντεπαναστατικές δυνάμεις πάταξαν τους πραγματικούς ή υποτιθέμενους υποστηρικτές του καθεστώτος, στοχεύοντας ιδιαιτέρως τους διανοούμενους και τους καλλιτέχνες, εκ των οποίων ορισμένοι υποχρεώθηκαν σε εξορία. Η πλειονότητα των επιτρόπων του λαού και ενεργοί υποστηρικτές της Δημοκρατίας των Συμβουλίων ήσαν Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής[19], κάτι που χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για βιαιοπραγίες σε βάρος των Εβραίων κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας, καθώς και για μέτρα διακρίσεων σε βάρος των Εβραίων, τα οποία ελήφθησαν από το καθεστώς του Μικλός Χόρτι.
Σχετικά Λήμματα
Παραπομπές
- ↑ György Litvan, La démocratie hongroise de 1918-1919 et la politique française, Matériaux pour l'histoire de notre temps n°19, 1990].
- ↑ Evgueni Samoïlovitch Varga - Encyclopedia Universalis.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, pp. 331-332.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 336.
- ↑ Δείτε τους όρους αυτού που έγινε γνωστό το 1920 ως Συνθήκη του Τριανόν, όπου η Ουγγαρία έχασε τα δύο τρίτα των εδαφών της.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 333.
- ↑ Tamás Szende, La Hongrie au XXème siècle : regards sur une civilisation, L'Harmattan, 2000, p. 13.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 330-331.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 332.
- ↑ Stéphane Courtois in Le Livre noir du communisme, Robert Laffont, 1997, p. 301.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 334-335.
- ↑ Encyclopédie de la franc-maçonnerie, Le livre de poche, article "Hongrie", p. 412.
- ↑ Stéphane Courtois in Le Livre noir du communisme, Robert Laffont, 1997, p. 301.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 336.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 335-336.
- ↑ Stéphane Courtois in Le Livre noir du communisme, Robert Laffont, 1997, p. 302.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 337.
- ↑ Stéphane Courtois in Le Livre noir du communisme, Robert Laffont, 1997, p. 303.
- ↑ Miklós Molnar, Histoire de la Hongrie, Hatier, 1996, p. 339.
| Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα République des conseils de Hongrie της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 4.0. (ιστορικό/συντάκτες). |
